Η Ντοπιολαλιά μας

Αφορμή για να ασχοληθώ με αυτό το θέμα, ήταν ένα κείμενο που μου έστειλε μια συντοπίτισσά μας, ξενιτεμένη χρόνια, που ήρθε με τα έφηβα παιδιά της μετά από μία εικοσαετία στην γενέτειρά της.

Σε κάποιο σημείο της αφήγησής της γράφει την ερώτηση που της έκανε η κόρη της: “Μαμά, η γιαγιά μου είπε “απθώσ”. Τι εννοεί;”

Η ντοπιολαλιά μας, η γλώσσα μας, η τοπική μας διάλεκτος.

 Ιδιόμορφη, παράξενη σε πολλούς, αστεία σε άλλους, “χωριάτικη” για τους πρωτευουσιάνους αστούς. Αυτή όμως μιλούσε η γιαγιά και ο παππούς μας, αυτή μιλούσαν και οι γονείς μας.
Μ’ αυτή μεγαλώσαμε κι εμείς, αυτή χρησιμοποιούσαμε στις αλάνες όταν παίζαμε και αυτή στους παιδικούς τσακωμούς μας.
Αλλά αυτή την ντοπιολαλιά μας προσπαθήσαμε αργότερα, μεγαλώνοντας, να την εξαλείψουμε από την ομιλία μας, γιατί ντρεπόμασταν γι’ αυτήν.
 Εμείς οι Αγρινιώτες και γενικά οι Αιτωλοακαρνάνες, έχουμε τσακωθεί με τα φωνήεντα, τα αφαιρούμε χάριν συντομίας, (μάτ=μάτι, χέρ=χέρι, πίνς=πίνεις, αλπού= αλεπού…).
Έχουμε μία ιδιαίτερη αδυναμία στο “ου”, (ούλι= όλοι, παίζου= παίζω…).
Με μαγικό τρόπο εξαφανίζουμε γράμματα από λέξεις, (γρούνι=γουρούνι, μκρός= μικρός, πνάου=πεινάω, στς ιφτά= στις εφτά…).
Το λι και το νι το προφέρουμε χορταστικά.
Έχουμε τις δικές μας κτητικές αντωνυμίες, ( τς Μαρίας=της Μαρίας, δκός τς=δικός της…).
Έχουμε καταργήσει τους γραμματικούς κανόνες, αφού τονίζουμε τις λέξεις ακόμα και πριν την προπαραλήγουσα, (έτριξανι= τρέξανε, έφαγαμι= φάγαμε…)
Αλλά έχουμε και δικές μας λέξεις.
Λέξεις που μάλλον είχαν συμπεριληφθεί στο λεξιλόγιο των προγόνων μας, με επιρροές από τούρκικη, σλαβική, ιταλική και άλλης προέλευσης γλώσσα.
Λέξεις που επέζησαν χιλιάδες χρόνια. Λέξεις που μεταφέρθηκαν από γενιά σε γενιά, χωρίς κανένα ποτέ λεξικό να τις έχει συμπεριλάβει στις σελίδες του.
Λέξεις που όταν τις ακούνε τα παιδιά μας, γελάνε, μας κοιτάζουν έκπληκτα με απορία.
Ξέρω ότι εμείς οι Αιτωλοακαρνάνες μπορούμε να συγγράψουμε το δικό μας λεξικό.
Απουσταίνου= κουράζομαι
Αρούπουτους= αχόρταγος
Γκαβός= τυφλός
Γούρνα= λάκκος
Σκουντουμπλιά= πέσιμο
Τσαούλι= σαγόνι
Νιάτσκα= καπάκι μπύρας
Ζάντζα= νεύρα
Τζώρας= ξεροκέφαλος
Αβγατάου= αυξάνω
Σκιάζομι= φοβάμαι
Καρκώνουμι= πνίγομαι
Ζμπάου= πιέζω
Απθώσ= κάτσε
… τα κλασσικά φούλημ, καμάριμ
…..και πόσες άλλες !!!
Το παρακάτω κείμενο το αλιεύσαμε από το διαδίκτυο. Είναι από το διαδικτυακό λεξικό γλωσσικών ιδιωμάτων του Θέρμου και της ευρύτερης περιοχής.
Το συνέταξαν οι :
 Βενέδικτος Θεολογίτης,
Οικονομολόγος, Εκπαιδευτικός Γ.Ε.Λ. Θέρμου, – benedi60@gmail.com
Στέφανος Ουγιάρογλου,
Πληροφορικός,  Εκπαιδευτικός Γ.Ε.Λ. Θέρμου, Εργαστηριακός Συνεργάτης ΑΤΕΙ Μεσολογγίου stoug@sch.gr
Αικατερίνη Παπασάββα, Φιλόλογος, Εκπαιδευτικός Γ.Ε.Λ. Θέρμου papasavaik@gmail.com
Ιωάννης Μπότσαρης,  Βιολόγος, Διευθυντής Γ.Ε.Λ. Θέρμου – botsaris@sch.gr
Παρουσιάζουμε, χρησιμοποιώντας την αίσθηση του χιούμορ, κάποιους από τους «κανόνες» στην
προφορά:
Στην περιοχή του Θέρμου οι κάτοικοι δεν τα πάνε καλά με τα φωνήεντα. Είτε τα απαλείφουν από το λόγο τους είτε τα αλλάζουνε. Έτσι:
Τρέφουνε μια αδυναμία στο ου και στο ι. Έτσι τα ο και ω όταν είναι άτονα γίνονται ου: κουρίτσ’ (=
κορίτσι), σκάβου (=σκάβω).
Επίσης τα ε και αι όταν είναι άτονα γίνονται ι: ιδώθι (εδώθε), πιδί (= παιδί)
Το γοργόν και χάριν έχει. Έτσι, παραλείπονται από το προφορικό λόγο:
– το άτονο τελικό ι, στα ουδέτερα ουσιαστικά: σπίτ’ (=σπίτι), χέρ’ (=χέρι),
 – το άτονο τελικό η στα θηλυκά: μύτ’ (=μύτη), Τρίτ’ (=Τρίτη)
 – το ου των γενικών όταν δεν τονίζεται: τ’ ανθρώπ’ (= του ανθρώπου)
 – το άτονο ει στα ρήματα του β΄ και γ΄ ενικού προσώπου: γράφ’ς, (=γράφεις), γράφ’ (= γράφει)
 – το αρχικό φωνήεν α από μερικές λέξεις: γελάδα (=αγελάδα).
Όλα τα άτονα φωνήεντα και δίψηφα φωνήεντα που κάνουν το λάθος να βρίσκονται ανάμεσα σε σύμφωνα, ως δια μαγείας, εξαφανίζονται:
σ’κώνουμι (=σηκώνομαι), μ’κρός (=μικρός), π’νάου (=πεινάω), αλ’πού (=αλεπού), κ’τάβι (=κουτάβι), σκ’λί (=σκυλί).
Σε μερικές λέξεις την «πληρώνουν» και τα σύμφωνα. Έτσι τα δάχτυλα γίνονται δάχ’λα
Η κατάχρηση του ασυναίρετου τύπου των φωνηεντόληκτων ρημάτων αλλά και η δημιουργία φωνηεντόληκτων τύπων σε συμφωνόληκτα. Έτσι έχουμε
το κ’νάου (= κινώ) αλλά και το αβγατάου (=αβγατίζω), αμπουδάου (=εμποδίζω) κλπ.
Στα πιο απομακρυσμένα από το Θέρμο χωριά – αλλά και μέσα στο Θέρμο – το σ, το τσ, το ξ και το ζ προφέρονται λίγο δασά, με κάποια υπόνοια γαλλικής εκφοράς, τουλάχιστον όσον αφορά το σίγμα. Έτσι πολλοί λένε διάchιλου (= διάσελο),  κλαπάchα (= κλαπάτσα), κchιαστουχάου (= ξαστοχάω) κλπ.
Η περίεργη – λίγο παχιά, λίγο σαν να υπάρχουν περισσότερα ι, λίγο σαν να ζουμπιέται το λ ή το ν – εκφορά του λι και του νι. Ας θυμηθούμε το περίφημο πια «Αμαλία» του τηλεοπτικού «παραπέντε».
Μια άλλη παραδοξολογία είναι η προσπάθεια … «σλαβοποίησης» της ελληνικής γλώσσας, με κατάχρηση σε πολλές καταλήξεις ανδρικών ονομάτων ή επιθέτων καθώς και στις κτητικές αντωνυμίες τους, της, τις που εκφέρονται ως τς. Έτσι ο Μάκης γίνεται Μάητς, ο Τάκης Τάητς, ο δικός τους δικός τς, ο Αυλωνίτης Αυλωνίτς κλπ.
 Λέγεται, ότι πριν αρκετά χρόνια όταν οι ξένοι ποδοσφαιριστές στην Ελλάδα ήταν πολύ λίγοι – πόσο μάλλον στη Β’  Εθνική – αγρινιώτες φίλαθλοι του Παναιτωλικού στην Αθήνα, φώναζαν εν χορώ στους παίκτες της ομάδας τους: λιώστιτς, … αφανίστιτς. Που σημαίνει: λιώστε τους, αφανίστε τους
Ας φτιάξει λοιπόν ο καθένας από εμάς το δικό του λαϊκό γλωσσάρι….
Ελπίζω η αναφορά μου στην ντοπιολαλιά μας, να μην έκανε μερικούς να ντραπούν, να νοιώσουν άβολα, να αισθανθούν “χωριάτες”….
Διαβάστε το γλωσσάρι μας….

 

Visited 1 times, 1 visit(s) today