Μακρής Δημήτριος

1772 – 27 Αυγούστου 1841

 

 

Ο Δημήτριος Μακρής –το κανονικό του όνομα ήταν Δημήτριος Πραγγέλης -γεννήθηκε το 1772 στη Γαβαλού. Πατέρας του ήταν ο εύπορος κτηματίας της περιοχής Ευάγγελος Πραγγέλης που είχε πάρει μέρος στην Ελληνική εξέγερση το 1770 και απεβίωσε περί το 1790.

Λόγω του ύψους του παίρνει το προσωνύμιο Μακρύς, αργότερα Μακρής.

Στα 15 του χρόνια σκοτώνει έναν Τούρκο Αγά που προσπαθεί να ληστέψει το οικογενειακό κτήμα, βρίζοντας τη θρησκεία του. Έτσι, καταφεύγει στην παρανομία και στον κλέφτικο βίο. Εντάσσεται στο Σώμα (Νταϊφά) του οπλαρχηγού του Ζυγού, Γιώργου Σφαλτού και σύντομα  εξελίσσεται σε
πρωτοπαλίκαρό του.

Το 1790, με εντολή του Αλή Πασά, ο Σφαλτός δολοφονείται.
Διάδοχός του εκλέγεται ο Μακρής. Λόγω όμως, της ανυποταξίας του στον Αλή, εκείνος προσπαθεί αρχικά να τον εξαγοράσει, προσφέροντάς του το αρματολίκι του Ζυγού. Η προσφορά θα παραμείνει αναπάντητη, ύστερα όμως από τις συγκρούσεις των πρωτοκαπετάνιων Βασίλη Δίπλα, Κατσαντώνη και Μακρή με τους Τούρκους, ο Αλή Πασάς δίνει εντολή σε δύο Τουρκαλβανούς να του φέρουν “τα κεφάλια
τους”.

Μετά τη δολοφονία του Δίπλα (1807) και τον οικτρό θάνατο των δύο αδελφών Κατσαντώνη, από τα βασανιστήρια στα  Γιάννενα (1809), έρχεται η ώρα του Μακρή: Όμως, η ενέδρα που τού στήνεται νύχτα αποτυγχάνει και ο Καπετάνιος τραυματίζεται μόνο στο χέρι.

Το 1818 ή ᾽19, ο Ηγούμενος Δανιήλ από τα Κράβαρα, κάλεσε τον Μακρή στη Μονή Κατερινούς όπου βρισκόταν ο Ι. Παπαρηγόπουλος, γραμματέας του Ρωσικού Προξενείου των Πατρών και κορυφαίος Φιλικός. Ο Καπετάνιος ανταποκρίθηκε και κατέβηκε στο μοναστήρι με τα πρωτοπαλίκαρά του, δώσανε τον όρκο των Φιλικών και ο Νταϊφάς των Κλεφτών του Ζυγού πήρε τη θέση του στις Εθνικές δυνάμεις που προετοίμασαν και κήρυξαν την Επανάσταση του 1821.

Το καλοκαίρι του 1820, ακολουθώντας οδηγία της Ανωτάτης Αρχής και με τη συναίνεση του Επισκόπου Ρωγών Ιωσήφ, αναλαμβάνει το αρματολίκι του Άνω και Κάτω Ζυγού. Είναι τότε που θα χαρακτηριστεί ως «Ζυγού πετρίτης», δηλαδή «λιοντάρι του Ζυγού».

Την Κυριακή της Αποκριάς του 1921, συναντιούνται στην Αγία Μαύρα (Λευκάδα) οι  Πανουριάς, Ανδρούτσος, Βαρνακιώτης, Στουρνάρας, Κοντογιάννης, Καραϊσκάκης, Τσόγκας, Κατσικογιάννης, Κίτσος και ο Μακρής. Εκεί στο σπίτι του Λευκαδίτη Φιλικού Ιωάννη Ζαμπέλιου, αποφάσισαν να κηρύξουν την Επανάσταση την 25η Μαρτίου, ανήμερα του Ευαγγελισμού.

Γι’ αυτό το εγχείρημα όμως ο Μακρής χρειαζόταν όσους περισσότερους άνδρες μπορούσε να έχει, άρα έπρεπε να τους στρατολογήσει και να τους εξοπλίσει, δηλαδή χρειαζόταν χρήματα. Τη λύση του έδωσε ο Παλαμάς όταν, σε μυστική συνάντησή τους στις 4 Μαρτίου, τον πληροφόρησε ότι την άλλη μέρα οι
Τούρκοι θα μετέφεραν το χαράτσι από το Μεσολόγγι στη Ναύπακτο με μουλάρια. Ο Μακρής με 28 πρωτοπαλίκαρα το άλλο πρωΐ 5 Μαρτίου, στη σκάλα του Μαυροματιού στα ριζά της Βαράσοβας, ξεκλήρισαν τη φρουρά και άρπαξαν το θησαυρό. Ο θησαυρός μοιράστηκε και τα πρωτοπαλίκαρα, φορτωμένα γρόσια, σκόρπισαν στα μέρη τους να στρατολογήσουν άτομα  με εντολή να συγκεντρωθούν στον Κάτω Ζυγό.

Έτσι ξεκίνησε η Επανάσταση στη Δυτική Ρούμελη.

Σταδιακά, η δύναμή του Μακρή αυξάνεται στους 700 άνδρες και στις 20 Μαΐου εισέρχεται στο Μεσολόγγι, όπου υψώνει τη σημαία της Επανάστασης. Στη συνέχεια κατευθύνεται στο Αντελικό (Αιτωλικό) που απελευθερώνεται αμέσως.  Ακολουθεί το Βραχώρι (Αγρίνιο), στρατιωτικό και διοικητικό κέντρο των Τούρκων. Η πολιορκία του Βραχωριού πρώτα και του Ζαπαντιού στη συνέχεια διήρκεσε δύο μήνες και με την επιστροφή του Καπετάνιου στο Μεσολόγγι υπογράφεται η παρακάτω ομολογία:

«Διά του παρόντος συμφωνητικού γράμματος γίνεται δήλον ότι όλοι ημείς οι ευρισκόμενοι εις τον επάνω Ζυγόν και κάτω και Μεσολογγίται και Αιτωλικιώται, συμφώνως όλοι απεφασίσαμεν και εβάλομεν καπιτάνον εις το βιλαέτι μας τον καπετάν Δημήτρην Μακρήν, να έχει μαζί του εκατόν νεφέρια και να
ευρίσκεται πρόθυμος εις κάθε φύλαξιν του βιλαετιού μας».

Μεσολόγγι 1821 Ιουλίου 28.

Το καλοκαίρι του 1821, ανάμεσα στα οχυρωματικά έργα που κατασκευάζονται στο Μεσολόγγι, ο Μακρής, με δική του δαπάνη, χτίζει τον προμαχώνα του, γνωστό μέχρι σήμερα ως «ντάπια του Μακρή».

Η Α’ Πολιορκία του Μεσολογγίου αρχίζει στις 25 Οκτωβρίου, με ικανές τουρκικές δυνάμεις υπό τους Ομέρ Βρυώνη και Κιουταχή. Οι επιθέσεις τους αποκρούονται και τότε αποφασίζουν να πραγματοποιήσουν γενική έφοδο (γιουρούσι) στις 24 προς 25 Δεκεμβρίου, τα χαράματα που οι ντάπιες θα είχαν λιγοστούς άνδρες. Κατά καλή τύχη ένας Ηπειρώτης, ο Ιωάννης Γούναρης, που βρίσκονταν στο στρατόπεδο των Τούρκων «εξ ανάγκης υπηρετών » όπως αναφέρει ο Νικόλαος Σπηλιάδης, (Φιλικός, αγωνιστής του 1821 και συγγραφέας),  «…διότι δεν ηδύνατο εκ των ιδίων περιστάσεων να τους πολεμήσει», ειδοποίησε τον γραμματικό του Μακρή για το σχέδιο των Τούρκων και η  άμυνα της πόλης προετοιμάζεται κατάλληλα. Η κύρια επίθεση εκδηλώνεται στη ντάπια του Μακρή και θα καταλήξει σε
πανωλεθρία. Οι Τούρκοι λύνουν την πολιορκία, αφήνοντας πίσω τους 500 νεκρούς.

Το 1823 ο Μακρής ονομάζεται στρατηγός από την τότε προσωρινή κυβέρνηση. Ακολουθεί ο εμφύλιος σπαραγμός μεταξύ των Ελλήνων, από τον οποίο απέχει τελείως.

Το 1825-26, επικεφαλής πολυάριθµου στρατού, πήρε µέρος στην άµυνα του πολιορκηµένου Μεσολογγίου. Το Δεκέμβριο του 1825, βγήκε νύχτα από το Μεσολόγγι, ακολουθούμενος από το Σουλιώτη Χ. Φωτομάρα και τον Ξηρομερίτη Κ. Βέρη πήγε στο εθνικό στρατόπεδο της Δερβέκιστας. Εκεί συνάντησε τους Κ. Μπότσαρη, Τσόγκα και Ράγκο που είχαν συγκεντρώσει 5.000 ασκέρι.

Ο Μακρής κατάφερε να αποσπάσει, μόνον, κατ’ άλλους 300 κατ’ άλλους 600 άνδρες και επέστρεψε αμέσως στην πόλη του, όπου αποβιβαζόταν ο Ιμπραήμ με 15.000 στρατό σε βοήθεια του Κιουταχή, με εντολή του Σουλτάνου.

10 Απριλίου του 1826 και το μεσημέρι της μέρας καλείται το σώμα των Καπετάνιων και Οπλαρχηγών της Φρουράς στη Ντάπια του Μακρή, όπου αποφασίσθηκαν και οι τελευταίες λεπτομέρειες για το Μεγάλο Γιουρούσι της ίδιας νύχτας. Ο Νότης Μπότσαρης επικεφαλής της Φρουράς των έξι ανατολικών Προμαχώνων του Φρουρίου, με οπισθοφυλακή τη Φρουρά της Κλείσοβας υπό το Χατζηπέτρο, θα
έβγαινε από το ανατολικότερο σημείο της Εξόδου, για να επιτεθεί στο Καστέλι της Κλείσοβας αλλά και να ασφαλίσει τους Εξοδίτες από τυχόν ενισχύσεις του εχθρού που θα έφταναν από τα Μποχωρογάλατα.

Δυτικότερα αυτών θα έβγαινε η Φάλαγγα με τα γυναικόπαιδα, συνοδευόμενη από τους οικείους τους που έφεραν όπλα, και ακόμη πιο δυτικά, από την Ντάπια του Μακρή, θα έβγαινε ο Καπετάνιος επικεφαλής της Φρουράς των υπόλοιπων δεκαεπτά Προμαχώνων και θα επετίθετο στα εχθρικά στρατόπεδα, ασφαλίζοντας από δυτικά την Κολώνα των Αμάχων. Τέλος, ο Κίτσος Τζαβέλας με τριακόσιους διαλεχτούς από όλους τους Προμαχώνες θα αποτελούσε την οπισθοφυλακή των Φαλάγγων του Μακρή και των Φαμελιτών.

Ο Καπετάνιος, πεζός με το γιαταγάνι στο χέρι πλαισιωμένος από τους σημαιοφόρους, το δικό του και του Νότη Μπότσαρη, οδήγησε το κύριο σώμα της Φρουράς με την ταχύτητα και την ορμητικότητα των Κλεφτών του Ζυγού, διέσχισε με επιτυχία τα εχθρικά στίφη και συγκάλεσε προσκλητήριο στην κορυφή
του Ζυγού. Δίπλα του σ´ αυτή την πορεία, ντυμένη με αντρική φορεσιά και κρατώντας και αυτή γιαταγάνι, βάδισε η νεαρή και νιόπαντρη Καπετάνισσα Ευπραξία, η οποία από τότε και μέχρι το θάνατό της, όποτε αναφερόταν στον άντρα της, τον αποκαλούσε «ο Ήρωάς μου».

Όταν ο Καραϊσκάκης αναδείχτηκε αρχιστράτηγος της Στερεάς, ο Μακρής τον ακολούθησε µε το σώµα του και µετά το θάνατό του, όταν σχεδόν όλοι οι καπεταναίοι είχαν προσκυνήσει, εκείνος αποσύρθηκε στο αρµατολίκι του.

Μετά την Απελευθέρωση, ο Μακρής εγκαθίσταται στο Μεσολόγγι και ασχολείται μόνο με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Και όταν, μέσα από τον ισχνό κατάλογο των “απροσκύνητων” οπλαρχηγών (Μακρής,
Πανουργιάς, Ραζηκότσικας, Νικηταράς, Γριβαίοι), ο Όθωνας τον επιλέγει ως υπασπιστή του, η απάντησή του θα μείνει παροιμιώδης: «Ευχαριστώ, αλλά δεν έχω μάθει να τσακάω τη μέση μου!».

Γύψινο πρόπλασμα της προτομής του
Δ. Μακρή, στον Κήπο των Ηρώων
στο Μεσολόγγι.
Έργο του Λάζαρου Σώχου

 

Ο Ιωάννης Φιλήμων περιγράφει τον Δ. Μακρή:

«Μόνον φίλον αυτού είχε το όπλον και την ελευθερίαν και μόνον πατρώον οίκον τα όρη. Αρχαϊκώτατος, απλοηθέστατος και απονήρευτος, καθαρόν αείποτε τον ελληνισμόν αυτού διέσωζε, σκεπτικός δε και ολιγόλογος, έφερε πάντοτε αμετάβλητον την αθώαν καρδίαν και ακατάβλητον την σπανίαν ανδρείαν δι’ών παρά της φύσεως ήτο πεπροικισμένος».

Ο ιστορικός Σπυρίδων Τρικούπης έγραψε για αυτόν ότι ήταν ο μόνος οπλαρχηγός της Δυτικής Ελλάδας «…όστις δεν φίλησε ποτέ τουρκικήν ποδιάν».

Το 1826 ο Μακρής παντρεύτηκε την Ευπραξία Στάμου Ραζή. Ο γάμος έγινε ανήμερα Άη Γιαννιού στη πολιορκημένη πόλη, ολοκληρώνοντας το συνοικέσιο που έγινε ένα χρόνο νωρίτερα, όπως προκύπτει από το σχετικό προικοσύμφωνο που συνέταξε τον Φεβρουάριο του 1825 ο σύγαμβρος του Μακρή
Αθανάσιος Παπαλουκάς σε θαυμάσια για την εποχή γλώσσα, φραστικό δείγμα της Παλαμαίας Σχολής. Το μυστήριο ευλόγησε ο Ιωσήφ Ρωγών. ενώ κουμπάρος παραστάθηκε ο Μήτρος Δεληγιώργης.

Από αυτόν τον γάμο
αι γεννήθηκαν τέσσερα παιδιά, ο Νικόλας, ο Στάμος, ο Γιώργης και η Βασιλική.

Στις 27 Αυγούστου του 1841 πεθαίνει στο Μεσολόγγι. Λίγο πριν κλείσουν για πάντα τα μάτια του, λέγεται, ότι κάλεσε την γερόντισσα γυναίκα του να του τραγουδήσει το αναστάσιμο, κλέφτικο μοιρολόι λέγοντάς της:
«Χλιμένη γριά, έρχεται ο τάταρης να πάρει την ψυχή μου. Μοιρολόγα γριά τον ήρωά σου».

 

«Να ‘μουν πουλί να πέταγα, να πήγαινα τ’ αψήλου,ν’ αγνάντευα τη Ρούμελη, το έρμο Μεσολόγγι πώς πολεμά με την Τουρκιά με τέσσερις πασάδες.

Πέφτουν κανόνια στη στεριά και μπόμπες του πελάγου πέφτουν τα λιανοντούφεκα σαν άμμος, σα χαλάζι.

Και ο Μακρής τους φώναζε και ο Μακρής φωνάζει: Παιδιά βαστάτε τ’ άρματα και τα βαριά ντουφέκια….».

 

Η εφημερίδα «ΑΙΩΝ» αναφέρει στο φύλλο της της 10ης
Σεπτεμβρίου του 1841:

 

Η ίδια εφημερίδα στο φύλλο της της 5ης Οκτωβρίου αναφέρει:

 « …και αποθανών άφησε οικογένειαν πολυάριθμον και ανήλικον άνευ ουδενός πόρου. Ας μην υποφέρωμεν λοιπόν ποτέ να είδωμεν τα τέκνα εκείνου του ανδρός, όστις δεν εφείσθη ουδέ χρημάτων, ουδέ ζωής, ουδ’άλλου τινός δια τα ιδικά μας, να πεινώσει και μη παιδευόμενα… 

… Όθεν, ας παρακαλέσωμεν όλοι ομού την κυβέρνησιν να ρίψη έν βλέμμα εκτενές και ίλεον εις αυτήν την πολυμελή οικογένειαν και ανήλικον, και να μην την εγκαταλείψη εις την δυστυχίαν…»

Η Ευπραξία Μακρή πέθανε τον Ιανουάριο του 1872 στο Μεσολόγγι.

Η εφημερίδα «Αλήθεια», στο φύλλο της της 28ης Ιανουαρίου του 1872 αναφέρει:

 

Ο Πρόεδρος της «Διεθνούς Αδελφότητας Απογόνων των Ελεύθερων Πολιορκημένων», κ. Ιωάννης Δ. Μακρής σε ομιλία του τον Απρίλιο του 2014 μας δίνει περισσότερες πληροφορίες για τον βίο του Δημήτρη Μακρή. (http://adelfotita-messolonghi.gr/library/speech/78.html)

Στο μουσείο του Δημαρχείου του Μεσολογγίου βρίσκονται πολλά από τα όπλα του Δημητρίου Μακρή.

Το μακρύκανο “ΜΑΥΡΟ” καριοφίλι του Στρατηγού επίσης έπειτα από παραχώρηση για φύλαξη και έκθεση στον ίδιο χώρο των αδελφών (Γεώργιου-Δημήτριου) Μακρή, τρισέγγονα του Στρατηγού και άλλα πολλά προσωπικά του αντικείμενα.

Το ξίφος (ΠΑΛΑ) του που φόραγε στην έξοδο του Μεσολογγίου είναι πατροπαράδοτο της οικογένειάς του και χρονολογείται από τον παλιό αρματολό καπετάν Τσούστο που πέθανε το 1732.

Το δε τουφέκι του, ο ξακουστός Λιάρος, το ασημένιο καριοφίλι μνημονεύει ο ποιητής της επανάστασης Τριαντάφυλλος Σποντής με τα εξής λόγια:

 

Τούρκικα έστρωνες κουφάρια εις τον πύρινόν σου δρόμον

εις τους χρόνους της σκλαβιάς μας το τουφέκι σου ο Λιάρος

έσπειρε παντού τον τρόμον.

 

Ο ίδιος ποιητής σε επίγραμμά του αναφέρει:

 

Εξακουστέ Δημήτριε Μακρή, Ζυγού πετρίτη,

Εις πάσαν μάχην ο εχθρός σε τρέμει και σε φρίττει.

Μεσολογγιού προπύργιον των προμαχών στύλος

Είσαι ο πρώτος Αιτωλών και του πολέμου φίλος.

 

 

 

ΠΗΓΕΣ:

  • ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΙΛΗΜΩΝΟΣ, Δοκίμιον ιστορικόν περί της
    Ελληνικής Επαναστάσεως.
  • ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ, Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης.
  • Ν.ΦΥΣΕΝΤΖΙΔΟΥ, Ανέκδοτοι Αυτόγραφοι Επιστολαί των
    επισημοτέρων Ελλήνων οπλαρχηγών, 1893
  • ΚΩΣΤΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Τελευταίες ώρες, τελευταία λόγια των
    αγωνιστών του ΄21
  • http://adelfotita-messolonghi.gr

Για την αναπαραγωγή της ανάρτησης είναι ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ η αναφορά της πηγής.

Share

Loading

Visited 3 times, 1 visit(s) today