Τόποι Μνήμης και Αμνησίας

Στην εμφυλιοπολεμική Αιτωλοακαρνανία.
Η Μεγάλη Παρασκευή, οι φυλακές Κρυονερίου και η Παιδόπολις “του Σωτήρος” Αγρινίου. 

Της Τασούλας Βερβενιώτη και της Χρυσούλας Σπυρέλη

Το κείμενο αυτό στοχεύει να αναδείξει κάποιες πλευρές του τρόπου κατασκευής της μνήμης σε μια κοινωνία που βρέθηκε βαθειά διχασμένη, εξαιτίας του εμφυλίου πολέμου και εξαιτίας του Ψυχρού Πολέμου που χώρισε την ανθρωπότητα σε δυο διακριτούς «κόσμους». Θα ασχοληθεί με τη μνήμη και την αμνησία στο Λόγο (δημόσιο ή ιδιωτικό, γραπτό ή προφορικό) αλλά και στα αρχειακά υλικά, τα οποία άλλοτε συνειδητά και άλλοτε ασυνείδητα έγινε προσπάθεια να καταστραφούν ή να παραποιηθούν.

Το άρθρο χρησιμοποιεί ως παράδειγμα τρεις μνημονικούς τόπους στο Νομό Αιτωλοακαρνανίας.

Το πρώτο παράδειγμα αφορά την εκτέλεση 120 «πατριωτών» στο Αγρίνιο τη Μεγάλη Παρασκευή του 1944.
Θα προσπαθήσει να αποδείξει ότι, παρόλο που η μαζική εκτέλεση έγινε στη διάρκεια της Κατοχής (1941-1944), οι μνήμες αλλά και οι σιωπές, η αμνησία, εξαρτήθηκαν από τις εμφυλιακές και τις μετεμφυλιακές συγκυρίες. Η μνήμη αφορά τα θύματα και η αμνησία τους θύτες τα μέλη των Ταγμάτων Ασφαλείας. Ως ερευνητικό εργαλείο χρησιμοποιεί γραπτές και προφορικές μαρτυρίες, καθώς και τον τοπικό τύπο.
Τα δύο επόμενα παραδείγματα αποτελούν τόπους αμνησίας, τόσο της συλλογικής μνήμης όσο και των αρχείων.
Αφορούν τις “Φυλακές Κρυονερίου” και την “Παιδόπολη του Σωτήρος” Αγρινίου.
 Η Παιδόπολη ιδρύθηκε στη διάρκεια του εμφυλίου (1948) από τον «Έρανο Πρόνοια Βορείων Επαρχιών της Ελλάδος» υπό την Υψηλήν Προστασίαν της Α.μ. της Βασιλίσσης». Το αρχείο της έχει καταστραφεί (σε κάποια από τις δύο πυρκαγιές που υπέστησαν τα αρχεία των Παιδοπόλεων) και – επιπλέον – δεν καταγράφεται στη συλλογική μνήμη των κατοίκων του τόπου.
Αντίθετα, οι Φυλακές Κρυονερίου δεν υπήρξαν στην πραγματικότητα, αλλά «κατά λάθος» καταγράφηκαν στα αρχεία. Η μη ύπαρξή τους ανακαλύφθηκε μετά από ανακοίνωση σε τοπικό συνέδριο, την αφίσα του οποίου κοσμούσαν οι «φυλακές Κρυονερίου».
Το θέμα της μνήμης -. κυρίως του ελληνικού εμφυλίου -. στο δημόσιο και ιδιωτικό λόγο έχει απασχολήσει αρκετά έως τώρα την ιστοριογραφία[1]. Όσον αφορά τα αρχειακά υλικά, πέρα από την εκφρασμένη διαφωνία των ιστορικών για την απόφαση όλων των κοινοβουλευτικών κομμάτων, το 1989, να στείλουν στην πυρά της Χαλυβουργικής τους φακέλους της Αστυνομίας και τα –συνήθως ιδιωτικά- παράπονα για τα αρχεία που ακόμα ταξινομούνται ή βρίσκονται εγκιβωτισμένα και άρα μη προσβάσιμα, δε γνωρίζουμε μελέτες που να αφορούν το συγκεκριμένο ζήτημα.
Θεωρούμε όμως ότι η πρόσβαση ή όχι των ιστορικών στα αρχεία καθορίζει, εκτός από την πορεία της ιστοριογραφίας και τη δόμηση-κατασκευή της συλλογικής μνήμης.

Οι ταγματασφαλίτες του Αγρινίου, οι φυλακές και η Παιδόπολη δεν «μνημονεύονται», όπως όλα σχεδόν τα «έργα» του εμφυλίου, γιατί καμιά κοινωνική ή εθνική ομάδα δε θέλει να αναδεικνύει η ιστορία της «πλευρές οδυνηρές και δυσάρεστες, για τις οποίες, με το πέρασμα του χρόνου, κανείς πια δεν αισθάνεται άνετα και περήφανος» ούτε θέλει να θυμάται «όσα θεωρείται ότι δεν βοηθούν τους καλούς αγώνες»[2].

Η Μεγάλη Παρασκευή

Το πιο τραγικό συμβάν στην κατοχική Αιτωλοακαρνανία συνέβη στο Αγρίνιο τη Μεγάλη Παρασκευή, 14 Απριλίου 1944.

Εκτελέστηκαν 117 κρατούμενοι της τοπικής φυλακής έξω από το περιτείχισμα του Νεκροταφείου του Ιερού Ναού της Αγίας Τριάδας Αγρινίου και τρεις απαγχονίστηκαν στους φανοστάτες της κεντρικής πλατείας του Αγρινίου, οι οποίοι είχαν συλληφθεί για την αντιστασιακή τους δράση.
Ήταν αριστεροί. Ο μεγαλύτερος στην ηλικία ήταν μέλος του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ) και οι άλλοι δύο ήταν μέλη της Ενιαίας Πανελλαδικής Οργάνωσης Νέων (ΕΠΟΝ), η οποία αποτελούσε τη νεολαία του ΕΑΜ, όπου πρωταγωνιστικό ρόλο είχε το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΚΚΕ). Τα πτώματα των απαγχονισμένων ρίχτηκαν στον ίδιο λάκκο με τα πτώματα των τουφεκισμένων.
Τολιόπουλος Γεώργιος
Διοικητής Ταγμάτων Ασφαλείας

Σε αυτό το μαζικό θανατικό δεν ενεπλάκησαν μόνο τα στρατεύματα Κατοχής, οι Γερμανοί, αλλά και τα Τάγματα Ασφαλείας, τα οποία αποτελούνταν από Έλληνες συνεργάτες τους, οπλισμένους, γνωστούς και ως «ράλληδες», «γερμανοτσολιάδες» ή απλώς «τσολιάδες». Ο Διοικητής τους ήταν από την Υπάτη, αλλά πάρα πολλοί προέρχονταν από την τοπική κοινωνία[3].

Για τη μελέτη της μνήμης του γεγονότος χρησιμοποιήθηκαν άρθρα σε περιοδικά και εφημερίδες, αυτοτελείς εκδόσεις (ιστοριογραφικές μαρτυρίες και χρονικά) τα οποία έχουν ως θέμα τους τη δεκαετία του 1940 στην περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας, αλλά και προφορικές μαρτυρίες.
Οι συγγραφείς ή αφηγητές ήθελαν να κρατηθεί ζωντανό στη μνήμη το τραγικό γεγονός, ως γεγονός που δεν αφορούσε μια από τις πολιτικές μερίδες που πήραν μέρος στον εμφύλιο (δεξιά – αριστερά). Η πλειοψηφία των αφηγήσεων δεν αντιδιαστέλλει τους απαγχονισμένους από τους εκτελεσμένους, παρόλο που επισημαίνεται ότι οι περισσότεροι από τους εκτελεσμένους δεν ήταν οργανωμένοι στην αντίσταση.
Η Μεγάλη Παρασκευή του 1944 μπορεί πράγματι να ενταχθεί στις «εθνικές» τραγωδίες.
Πρόκειται για «αντίποινα» των Γερμανών, οι οποίοι είχαν θεσπίσει τη συλλογική ευθύνη του άμαχου –κυρίως- πληθυσμού, για τη δράση των ανταρτών.
Ανακοίνωση του Στρατιωτικού Διοικητή
των Γερμανικών Μονάδων Ηπείρου

Το γεγονός πιστοποιεί η «Ανακοίνωσις» του Στρατιωτικού Διοικητή των Γερμανικών Μονάδων Ηπείρου που δημοσιεύτηκε, ελληνικά και γερμανικά, στην εφημερίδα Δυτική Ελλάς (14.4.1944). Αναφέρεται σε 120 που «ετυφεκίστησαν ή απαγχονίσθησαν» «ως αντίποινα» της επίθεσης «κομμουνιστικών συμμοριών» (εννοεί τους αντάρτες του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (ΕΛΑΣ), ένοπλο τμήμα του ΕΑΜ), σε αμαξοστοιχία, βόρεια του χωριού Σταμνά Αιτωλοακαρνανίας. Από την πυρπόληση της αμαξοστοιχίας, συνεχίζει η «Ανακοίνωσις», σκοτώθηκαν και τραυματίστηκαν Γερμανοί στρατιώτες και «συνταξιδεύοντες Έλληνες πολίται» [4].

Στη διάρκεια του εμφυλίου, ενώ το γεγονός ήταν ακόμα νωπό στη μνήμη, ο δήμαρχος Αγρινίου Σεβαστιανός Καρβούνης (1946-1950) μετέφερε τα οστά των 120 από τον τόπο της εκτέλεσης, όπου είχαν ταφεί, στο δημόσιο νεκροταφείο της πόλης[5].
Ο δήμαρχος φωτογραφίζεται επίσης να ξεναγεί στους τάφους των εκτελεσθέντων το βασιλικό ζεύγος που είχε επισκεφτεί το Αγρίνιο. Και το γεγονός αυτό συμβαίνει την πιο σκληρή χρονιά της εμφύλιας σύρραξης, το 1948[6].
Ο δήμαρχος Αγρινίου ξεναγεί στους τάφους
των εκτελεσθέντων το βασιλικό ζεύγος 
Μετά το τέλος όμως του εμφυλίου τη διαχείριση της μνήμης της «εθνικής» τραγωδίας θα αναλάβει η αριστερά. Γιατί ο εμφύλιος, ως η βαριά κληρονομιά της Αντίστασης και ως πολιτική διαμάχη αριστεράς δεξιάς, κράτησε δεκαπλάσια χρόνια από την τρίχρονη ένοπλη σύγκρουση, σχεδόν μέχρι το τέλος του Ψυχρού Πολέμου (1989), και δεν δίχασε μόνο την κοινωνία αλλά και τη μνήμη.
Τάσος Παναγόπουλος
Καπετάν Δάφνης

Για είκοσι χρόνια, η μαζική εκτέλεση της Μεγάλης Παρασκευής 1944 «ξεχνιέται». Τη δεκαετία του 1960, όμως, ο δήμαρχος Τάσος Παναγόπουλος (1964-1967), πρώην αντάρτης του ΕΛΑΣ, ευκατάστατος έμπορος καπνών και λόγιος, με εισήγησή του και απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, οργανώνει μνημόσυνο για τους εκτελεσμένους και προτείνει την ίδρυση μνημείου.

Τότε δημοσιεύεται, όχι στον τοπικό αλλά στον Αθηναϊκό τύπο (Αυγή 18.4.1964) το πρώτο αφιέρωμα για τους 120 γραμμένο από τον Θανάση Κακογιάννη[7] και το Σπύρο Γερολυμάτο[8].
Την ίδια εποχή εντοπίζεται και η πρώτη «ποιητική μνεία». Πρόκειται για ένα ποίημα, το οποίο γράφτηκε το 1964 και δημοσιεύτηκε μερικά χρόνια αργότερα, το 1967[9], λίγες μέρες πριν την δικτατορία των συνταγματαρχών (1967-1974).

Η έκδοση δεν πρόλαβε να κυκλοφορήσει. Το βιβλίο απαγορεύτηκε[10]από τη Χούντα και ο συγγραφέας, όπως και ο δήμαρχος, εξορίστηκαν. Η δημόσια μνήμη της Μεγάλης Παρασκευής του 1944 θάφτηκε μαζί με τη δημοκρατική άνοιξη των πρώτων χρόνων της δεκαετίας του 1960.
Το θέμα επανήλθε αφού πέρασαν άλλα είκοσι χρόνια αμνησίας. Το 1980 ο δήμαρχος Στέλιος Τσιτσιμελής (1975-1986) τελεί επίσημο μνημόσυνο της Δημοτικής Αρχής για τους 120 και ο γνωστός ποιητής Γιάννης Ρίτσος, μέλος του ΚΚΕ, απαγγέλλει το Αναστάσιμο Μνημόσυνο(κατά παραγγελία γραμμένο ποίημά του) και αφιερώνει το καλλιγραφημένο χειρόγραφό του στο Δήμο Αγρινίου[11]. Επί Δημαρχίας Τσιτσιμελή επίσης ανεγέρθηκε κοντά στο χώρο των εκτελέσεων, στην Αγία Τριάδα, μνημείο, όπου γίνεται μέχρι σήμερα το ετήσιο μνημόσυνο για τη «θυσία» των 120.

Τη δεκαετία του 1980 εκδίδονται αρκετές αυτοβιογραφικές ή μη μαρτυρίες για την κατοχή και την αντίσταση στην περιοχή, καθώς και ποίηση-μνήμη από ποιητές που έζησαν σε περίοδο σύγχρονη με τα γεγονότα[12]. Η πολιτική συγκυρία το επέτρεπε.

Στις αρχές δεκαετίας, με την άνοδο του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος (ΠΑΣΟΚ) στην εξουσία, αναγνωρίστηκε η Εαμική Αντίσταση ως «Εθνική» αντίσταση. Από τις 95 αυτοτελείς εκδόσεις που έχουμε συγκεντρώσει, το 20% περίπου των κειμένων αναφέρεται και στα γεγονότα της Μεγάλης Παρασκευής του 1944, χωρίς ωστόσο να υπάρχει κάποιο βιβλίο που να αναφέρεται αποκλειστικά σε αυτά.
Προς το τέλος της δεκαετίας καταγράφονται ελάχιστα ποιήματα, σε αυτοτελείς ποιητικές συλλογές, με τίτλους όπως «Εκκρεμές», «Κρεμασμένοι», «Εκτέλεση», «Θυσία», που ευκρινώς αναφέρονται στη Μεγάλη Παρασκευή του 1944.

Τη δεκαετία του 1990 δημοσιεύονται στον τοπικό τύπο, σποραδικά, ποιήματα με το ίδιο θέμα. Kατά κανόνα η δημοσίευσή τους συμπίπτει με το ετήσιο επίσημο μνημόσυνο της πόλης για τους 120. [13]

Παρατηρείται όμως ένα γεγονός που αξίζει να επισημανθεί. Παρόλο που η πλειοψηφία των συγγραφέων είναι Αιτωλοακαρνάνες, δεν ζούσαν εκεί αλλά στην Αθήνα, όπου έχουν εκδοθεί και τα περισσότερα βιβλία.

Οι διαχωριστικές γραμμές του εμφυλίου, τις οποίες συντηρούσε και επαύξανε ο Ψυχρός Πόλεμος καλά κρατούσαν ακόμα στην ελληνική περιφέρεια. Ένας από τους λόγους που εμπόδισε την έκδοση των βιβλίων στη «φυσική» τους κοιτίδα, έχει να κάνει με το γεγονός ότι ο διαχωρισμός της κοινωνικού σώματος είχε βαθιές ρίζες. Προυπήρχε της ένοπλης εμφύλιας σύγκρουσης. Ξεκινάει από την εποχή του μεσοπολέμου με την άνοδο του εργατικού κινήματος που συνέπεσε και δυνάμωσε με τον ερχομό των προσφύγων στην πόλη «αιματοβαμμένες» απεργίες καπνεργατών το 1926 και το 1929) [14], συνεχίζεται με τις εκτοπίσεις και εξορίες στη μεταξική περίοδο.

 Στη διάρκεια της Κατοχής, ο διαχωρισμός κορυφώθηκε, με την ανάπτυξη του αντιστασιακού κινήματος, αλλά και τη συμμετοχή (εθελοντική και μη) μεγάλου αριθμού ντόπιων στα Τάγματα Ασφαλείας.[15] Τα κοινωνικά χαρακτηριστικά των «τσολιάδων» -μέχρι στιγμής- δεν έχουν ερευνηθεί.

Στον τοπικό τύπο τη δημόσια συζήτηση ενέτεινε και ένα άλλο γεγονός, το οποίο εκπορεύτηκε και αυτό από το κέντρο, την Αθήνα.

Πρόκειται για το σίριαλ «Μαρία Δημάδη», το οποίο παίχτηκε στην κρατική τηλεόραση (ΕΤ2) το 1987 και σε επανάληψη το 1997.
Η υπόθεση της Μαρίας Δημάδη αποτελεί το δεύτερο «σημαντικό» γεγονός (μετά την εκτέλεση των 120) που έχει καταγραφεί στη μνήμη της κατοχικής Αιτωλοακαρνανίας.

Η Δημάδη που γνώριζε Γερμανικά, είχε επιστρατευτεί από τους Γερμανούς και χρησιμοποιήθηκε ως διερμηνέας στο Φρουραρχείο. Θεωρείται ότι ήταν οργανωμένη «από τις αρχές του Εαμικού κινήματος» και ότι πρόσφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες στον αντιστασιακό αγώνα. Εκτελέστηκε από ταγματασφαλίτες, λίγες μέρες πριν την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων από το Αγρίνιο, έξω από το νεκροταφείο της Αγίας Τριάδος, κοντά στους 120.[16]

Γενικότερα, στον τοπικό τύπο, από το 1980 έως το 2007, σε σύνολο 140 δημοσιευμάτων με θέμα την Κατοχή και την Αντίσταση, μόνο οι 20 αναφέρονταν στη Μεγάλη Παρασκευή. Επιπλέον, τα περισσότερα άρθρα έφεραν την υπογραφή τεσσάρων – πέντε τοπικών λόγιων.

Σπύρος Γερολυμάτος
Λέανδρος

Και ενώ στον τοπικό τύπο, η συζήτηση για το θέμα μπορεί να χαρακτηριστεί ως «υποτονική», σε καθημερινή εφημερίδα της Αθήνας, (Ελευθεροτυπία, 6 Μαΐου 1983) ο Αγρινιώτης Σ. Γερολυμάτος δημοσίευσε μια πρώτη κατάσταση με τα ονόματα των εκτελεσθέντων.

Ο ίδιος, πιο πριν, αμέσως μετά τη μεταπολίτευση, είχε δραστηριοποιηθεί ώστε να δημιουργηθούν μνημεία, όχι μόνο για τους 120 στο Αγρίνιο, αλλά και για τους εκτελεσθέντες στα Καλύβια[17].
Ο Γερολυμάτος ήταν πρώην καπετάνιος του ΕΛΑΣ.
Αντάρτες του ΕΛΑΣ ήταν επίσης και ο δήμαρχος Τάσος Παναγόπουλος που τη δεκαετία του 1960 οργάνωσε και καθιέρωσε το δημόσιο μνημόσυνο για τους εκτελεσθέντες, καθώς και ο δήμαρχος Τσιτσιμελής, ο οποίος το 1980 έδωσε ευρύτητα στο θέμα του μνημόσυνου καλώντας και τον ποιητή της Ρωμιοσύνης.
Καθόλου τυχαία και οι τρεις προσωπικότητες που πρωτοστάτησαν για να κρατήσουν ζωντανή τη μνήμη της εκτέλεσης και επιδίωξαν τη «δικαίωση της θυσίας» των 120 ανήκαν στην αριστερά και είχαν ένοπλη αντιστασιακή δράση. Και οι τρεις αποσκοπούσαν να κρατήσουν ζωντανή στη μνήμη τη θυσία και τα θύματα. Οι θύτες όμως αποσιωπούνται.
Μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου (1989), την «κατάρρευση» της Σοβιετικής Ένωσης και το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, και αφού περάσουν μερικά χρόνια ώστε τα παγκόσμια αυτά γεγονότα να αφομοιωθούν κοινωνικά, στα τέλη της δεκαετίας του 1990 η ιστορική μνήμη της Μεγάλης Παρασκευής αρχίζει να γίνεται αντικείμενο πολιτιστικών εκδηλώσεων από διάφορους φορείς της πόλης.[18]
Στήλη στη μνήμη των
τριών απαγχονισθέντων

Στον τοπικό τύπο και σε έντυπα πατριδοτοπικών συλλόγων πύκνωσαν τα δημοσιεύματα. Καταγράφηκαν μνήμες «απλών» ανθρώπων τους οποίους αναζήτησαν οι τοπικοί δημοσιογράφοι ή λόγιοι, ως «μάρτυρες των γεγονότων. Στο Συνέδριο που οργάνωσε το τοπικό πανεπιστημιακό τμήμα με θέμα τη μνήμη έγιναν ανακοινώσεις και για τη Μεγάλη Παρασκευή.[19]

Μπαίνοντας ο 21ος αιώνας, είκοσι χρόνια μετά τη δημιουργία του μνημείου στην Αγία Τριάδα για τους εκτελεσμένους, επί Δημαρχίας Θύμιου Σώκου (1995-2006), με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου στήνεται στην κεντρική πλατεία του Αγρινίου ορειχάλκινη στήλη στη μνήμη των τριών απαγχονισθέντων όπου αναγράφονται και τα ονόματά τους.

 

 Σχεδόν παράλληλα εκδόθηκε μια νέα – πιο ολοκληρωμένη – κατάσταση των εκτελεσθέντων Προστέθηκαν οι ληξιαρχικές πράξεις θανάτου από το Δήμο Αγρινίου καθώς και μαρτυρίες από τους επιγόνους τους.[20]
Στο «χορό» των εκδηλώσεων μνήμης μπήκαν και τα σχολεία χρησιμοποιώντας τα τοπικά δημοσιεύματα, αλλά και τη λογοτεχνία.
Η ποίηση για τη Μεγάλη Παρασκευή του 1944, όσο πενιχρή και αν εκτιμηθεί από τους κριτικούς, αποτέλεσε μέρος του προγράμματος των εθνικών σχολικών εορτών και με το συγκινησιακό της λόγο ανασηματοδοτούσε το γεγονός. Το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου Αναστάσιμο Μνημόσυνο επειδή καλύπτει απόλυτα αυτούς τους στόχους, σχεδόν ποτέ δεν παραλείπεται από τέτοιου είδους επετειακές εκδηλώσεις.
Η μελέτη της μνήμης όμως δεν αφορά μόνο το τι θυμούνται οι άνθρωποι, αλλά και το πως το θυμούνται και για να είμαστε πιο ακριβείς το πως θέλουν να το θυμούνται. Στη συγκεκριμένη περίπτωση της Μεγάλης Παρασκευής τονίζεται ο χαμός τόσων ανθρώπων, λόγω των αντιποίνων των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής, ενώ αποσιωπάται η δράση των Ελλήνων συνεργατών τους. Οι Γερμανοί ήταν «ξένοι», έφυγαν, αλλά οι συνεργάτες τους ήταν ντόπιοι. Και όπως φαίνεται η δράση τους δεν ήταν ασήμαντη.Από τις προφορικές μαρτυρίες κρατουμένων ή αυτοπτών μαρτύρων προκύπτει ότι τα Τάγματα Ασφαλείας της περιοχής διενεργούσαν συλλήψεις, βασανιστήρια και εκτελέσεις. Υποστηρίζεται ότι έκαναν και την επιλογή για το ποιοι θα συμπεριληφθούν στη μαζική εκτέλεση των 120 αλλά και το ποια σπίτια θα καούν από τα διπλανά χωριά.

Αυτό μοιάζει λογικό, γιατί οι Γερμανοί δεν μπορούσαν να ξέρουν τι ακριβώς γίνεται σε κάθε χωριό. Μόνοι οι ντόπιοι μπορούσαν να γνωρίζουν ή να υποψιάζονται ποιοι ήταν αναμεμειγμένοι στην αντίσταση. Στη μεσολάβηση των «τσολιάδων» αποδίδεται ,κυρίως, η μείωση του αριθμού των εκτελεσμένων κατά 17-20 άτομα,[21] αλλά και ο διπλασιασμός τους.
Αναφέρεται ότι στην κοινή σύσκεψη Γερμανών και Ταγματασφαλιτών, στα γραφεία της Γκεστάπο στο Αγρίνιο, οι Γερμανοί πρότειναν την εκτέλεση 60 ομήρων, αλλά μετά «από πιεστικές προτροπές των ταγματασφαλιτών ο αριθμός ορίστηκε να είναι 120».[22]

Οι πελατειακές σχέσεις, τα δίκτυα συγγένειας και το χρήμα φαίνεται ότι έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στις «μεσολαβήσεις» για μείωση του αριθμού, ο διπλασιασμός όμως (αν είναι αλήθεια) είναι δύσκολο να εξηγηθεί. Ωστόσο αναφέρεται και περίπτωση που υπήρχαν «χρυσές λίρες» για να δοθούν στους «τσολιάδες» αλλά η σωτηρία του κρατούμενου δεν επιτεύχθηκε.[23] Ίσως οι παλιές οικογενειακές ή κοινωνικές έχθρες ήταν ισχυρότερες.

Παρόλο όμως που δημοσιεύεται η κατάσταση με τα ονόματα των εκτελεσμένων, ελάχιστα ονόματα «τσολιάδων» δημοσιοποιήθηκαν. Τα ελάχιστα αυτά ονόματα μπορούν να διακριθούν σε δύο κατηγορίες: η μια αφορά όσους επέδειξαν ιδιαίτερο «ζήλο» στην εξάσκηση των καθηκόντων τους[24] και η άλλη κατηγορία είναι αυτή των δωσίλογων – ευεργετών, που έσωσαν συμπατριώτες τους από την εκτέλεση[25].

Τα θύματα της Μεγάλης Παρασκευής του 1944 έγινε προσπάθεια να διατηρηθούν στη μνήμη, αλλά δε συνέβη το ίδιο με τους θύτες, με εξαίρεση τις κατηγορίες που αναφέραμε αλλά και τον Διοικητή των ταγμάτων Ασφαλείας, ο οποίος δεν ήταν όμως Αιτωλοακαρνάνας.

Από όσο τουλάχιστον γνωρίζουμε κανείς δεν τιμωρήθηκε. Και παρόλο που οι σύγχρονοι τους γνώριζαν πολύ καλά πόσοι και ποιοι ήταν οι «τσολιάδες», επικράτησε μια ιδιότυπη omerta, τους κάλυψε ο νόμος της σιωπής, η αμνησία, η λήθη ή όπως λέει και ο ποιητής, κείνους «που πράξαν το κακό τους πήρε μαύρο σύννεφο»[26].

 Αξίζει όµως, για την Ιστορία, να ξέρουµε ποιες κοινωνικές κατηγορίες, για ποιους λόγους και κάτω από ποιες συνθήκες συνεργάστηκαν – ενεργητικά ή παθητικά – µε τους κατακτητές. Αξίζει όµως να γνωρίζουµε το εύρος που είχαν οι «γκρίζες ζώνες» της συνεργασίας ή αλλιώς πόσο «εθνική» και «παλλαϊκή» ήταν η Αντίσταση.

Η Παιδόπολη «του Σωτήρος» Αγρινίου

Το δεύτερο παράδειγµα αφορά την Παιδόπολη «του Σωτήρος».

Στο Αγρίνιο η Παιδόπολη ιδρύθηκε το 1948.
Μαθητές, μαθήτριες και προσωπικό της Παιδόπολης Αγρινίου
ΠΗΓΗ: Νίκος Αντωνίου- agriniomemories.gr

 

Εκείνη τη χρονιά η χώρα ήταν βαθειά διχασµένη. Υπήρχαν δύο κυβερνήσεις (η επίσηµη κυβέρνηση στην Αθήνα και στο Βουνό η Προσωρινή ∆ηµοκρατική Κυβέρνηση) και δύο στρατοί που αντιµάχονταν.
 Η απόφαση για την ίδρυση της πάρθηκε από την Εκτελεστική Επιτροπή του «Εράνου ‘Πρόνοια Βορείων Επαρχιών της Ελλάδος’ υπό την Υψηλήν Προστασίαν της Α.Μ. της Βασιλίσσης» ή αλλιώς τον Έρανο της βασίλισσας ή απλώς τον Έρανο, το Μάρτιο του 1948.
∆ύο µήνες νωρίτερα, η κυβέρνηση της Αθήνας είχε καταγγείλει στην Επιτροπή του ΟΗΕ για τα Βαλκάνια, ότι ο ∆ηµοκρατικός Στρατός Ελλάδας, στον οποίο ηγεµόνευε το ΚΚΕ και εκφραζόταν πολιτικά από την κυβέρνηση του Βουνού µετέφερε παιδιά έξω από τα σύνορα της χώρας µε σκοπό να τα µετατρέψει σε «γενίτσαρους» και να τα «αφελληνίσει».
Η βασίλισσα Φρειδερίκη σε
επίσκεψή της σε κάποια Παιδόπολη

 

Το θέµα της µεταφοράς των παιδιών, πέρα από θέµα εσωτερικής αντιπαράθεσης µεταξύ των αντιµαχοµένων παρατάξεων, συζητήθηκε και στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ ως µέρος του «ελληνικού ζητήµατος», δηλαδή του εµφυλίου πολέµου. Η συζήτηση αυτή είχε ξεκινήσει ήδη από το 1946 και αποτέλεσε πεδίο αντιπαράθεσης µεταξύ Ηνωµένων Πολιτειών και Σοβιετικής Ένωσης, αφού ήδη η ανθρωπότητα είχε µπει στη λογική του Ψυχρού Πολέµου.
Στον ΟΗΕ, η κυβέρνηση της Αθήνας ζήτησε την επιστροφή των παιδιών που είχαν µεταφερθεί στις ανατολικές χώρες από το ΚΚΕ και επιπλέον συγκέντρωνε και αυτή παιδιά για να τα «σώσει» από τους κοµμουνιστές. Τα παιδιά αυτά τα εγκαθιστούσε σε Παιδοπόλεις.
Η δεξιά προπαγάνδα ονόµασε τη συγκέντρωση των παιδιών και την ίδρυση των Παιδοπόλεων «παιδοφύλαγµα», σε αντιδιαστολή µε τις ενέργειες του ΚΚΕ που τις ονόµασε «δεύτερο παιδοµάζωµα» – το πρώτο το είχαν κάνει οι Τούρκοι, προαιώνιοι εχθροί των Ελλήνων[27].
Οι πρώτες Παιδοπόλεις στην Ελλάδα ιδρύθηκαν από τον Έρανο της βασίλισσας. Από το ξεκίνηµά του, το καλοκαίρι του 1947, µέχρι το τέλος του χρόνου είχε ιδρύσει επτά Παιδοπόλεις για «προσφυγόπουλα» ορφανά, εγκαταλελειµµένα ή άπορα[28].
Η συνεργασία του µε την κυβέρνηση της Αθήνας ξεκίνησε επίσηµα τον Απρίλιο του 1948. Τότε δηµιουργήθηκε η Ειδική Υπηρεσία Περιθάλψεως Ελληνοπαίδων (ΕΥΠΕ) που ίδρυσε, µε τη συνεργασία του Εράνου, Παιδοπόλεις για παιδιά «απειλούµενα» από τους κοµµουνιστές. Ο αριθµός των Παιδοπόλεων έφτασε, συνολικά, τις 53[29]. Όσες ιδρύθηκαν µετά τον Απρίλιο του 1948 εξαρτιόταν διοικητικά από την ΕΥΠΕ.
Η Παιδόπολη του Σωτήρος στο Αγρίνιο εξαρτιόταν απευθείας από τον Έρανο της βασίλισσας, αφού ιδρύθηκε πριν αρχίσει επίσηµα η συνεργασία του Εράνου µε την ΕΥΠΕ. Έπρεπε να περιλαµβάνει παιδιά ορφανά ή εγκαταλειµµένα ή άπορα από τα γύρω ορεινά χωριά που οι κάτοικοί τους, λόγω που εµφυλίου, εκόντες ή άκοντες, βρίσκονταν εγκατεστηµένοι στο Αγρίνιο, το οποίο είχε χαρακτηριστεί ως Κέντρο Ασφαλείας.
Κάθε Παιδόπολη διοικούνταν από µια Εφορευτική Επιτροπή. Σε αυτήν συµµετείχαν έγκριτα µέλη της τοπικής κοινωνίας, όπως διευθυντές τραπεζών, εκπρόσωποι της εκκλησίας, διευθυντές εκπαίδευσης, ανώτεροι κρατικοί υπάλληλοι, Οδηγοί, Πρόσκοποι, πρόεδροι ή µέλη φιλανθρωπικών, χριστιανικών ή γυναικείων οργανώσεων.
Μαθητές και προσωπικό της Παιδόπολης
Αγρινίου σε εκδρομή τους στο χωριό Στράτο
Επιπλέον υπολογίζουµε ότι στο προσωπικό της Παιδόπολης πρέπει να δούλεψαν πάνω από 30 εργαζόµενοι, οι περισσότεροι µέλη της τοπικής κοινωνίας.
Από τις τρεις αυτές κατηγορίες, τα µέλη της Εφορευτικής Επιτροπής, άτοµα µε περίοπτη κοινωνική θέση στην κοινωνία του Αγρινίου, τους εργαζόµενους στην Παιδόπολη και τα παιδιά, δεν γνωρίζουµε κανένα µέχρι τώρα που να έχει δηλώσει δηµόσια αυτού του είδους τη δραστηριότητά του.
Γενικότερα, για την Παιδόπολη Αγρινίου γνωρίζουµε πολύ λίγα. Το αρχείο της δε βρέθηκε. Οι γνώσεις µας περιορίζονται στις αναφορές που συγκεντρώθηκαν από τα πρακτικά της Εκτελεστικής Επιτροπής του Εράνου, τα οποία εντοπίσαµε το 1998 στα κεντρικά γραφεία του Εθνικού Οργανισµού Προνοίας (ΕΟΠ).
Ο ΕΟΠ αποτελεί µια µετεξέλιξη του Εράνου, ο οποίος ιδρύθηκε µεσούντος του εµφύλιου και η διάρκεια του προβλεπόταν εξάµηνος.
Και µετά τη λήξη όµως της ένοπλης σύγκρουσης η άδεια λειτουργίας του ανανεωνόταν συνεχώς και το 1956 µετονοµάστηκε σε «Βασιλική Πρόνοια».
 Στη διάρκεια της επτάχρονης δικτατορίας (1967-1974), όταν η βασιλική οικογένεια έφυγε από την Ελλάδα, ονοµάστηκε «Εθνικός Οργανισµός Προνοίας» (ΕΟΠ).
Τότε, σύµφωνα µε µαρτυρίες, κάηκε ένα µέρος του αρχείου. Μετά τη µεταπολίτευση, λίγες µέρες πριν πάρει το ΠΑΣΟΚ την εξουσία (1981), το κτίριο που στεγαζόταν το αρχείο του ΕΟΠ πήρε φωτιά. Σε αυτές τις δύο πυρκαγιές φαίνεται ότι κάηκε και το αρχείο της Παιδόπολης Αγρινίου, γιατί µετά το τέλος της ένοπλης σύρραξης από τις 53 Παιδοπόλεις του εµφυλίου, το 1950, διατηρήθηκαν µόνο οι 13.
Τα αρχεία όσων Παιδοπόλεων σταµάτησαν τη λειτουργία τους πήγαν στον Έρανο – Βασιλική Πρόνοια – ΕΟΠ. Αυτά βρέθηκαν, ό,τι σώθηκε από τις δύο πυρκαγιές, στον αρχείο του ΕΟΠ. Τα πρακτικά της Εκτελεστικής Επιτροπής του Εράνου σώθηκαν, γιατί φυλάσσονταν στο γραφείο το ∆ιευθυντή, στο κέντρο της Αθήνας[30].
Σήµερα που ο ΕΟΠ έχει διαλυθεί, γιατί ενσωµατώθηκε στο Εθνικό Σύστηµα Κοινωνικής Φροντίδας, στο Κράτος δηλαδή, το αρχείο βρίσκεται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, εγκιβωτισµένο, µη προσβάσιµο δηλαδή στους ερευνητές.
Αξίζει όµως, «για την Ιστορία», να καταθέσουµε όσα γνωρίζουµε για την Παιδόπολη Αγρινίου.
Η απόφαση για την ίδρυση της πάρθηκε από την Εκτελεστική Επιτροπή του Εράνου (ΕΕ) στις 19 Μαρτίου 1948.
Προβλεπόταν και συνεργασία µε το Ίδρυµα Εγγύς Ανατολή (Near East Foundation). Το γεγονός αυτό εξηγεί γιατί οι ντόπιοι αποκαλούσαν την Παιδόπολη και «Νιαρίστι»[31].
Ο Έρανος επίσης ανέλαβε από 1ης Απριλίου 1948 µε όλο της τον εξοπλισµό την Παιδική Στέγη Αγρινίου, η οποία βρισκόταν στις µισθωµένες αποθήκες της Κατίνας Τσουλούφη.
Η Παιδική αυτή Στέγη µετονοµάσθηκε σε Παιδόπολη «Του Σωτήρος» Αγρινίου. Εκεί η ΕΕ του Εράνου υπολόγιζε να στεγάσει 250 «προσφυγόπαιδα». Από τα παιδιά που περιθάλπονταν στην Παιδική Στέγη κρατήθηκαν µόνο όσα ανήκαν σε αυτήν την κατηγορία. ∆εν ξέρουµε τι έγιναν τα υπόλοιπα.
Ως υπεύθυνη της Παιδόπολης είχε οριστεί η Καίτη Μεγαπάνου[32], «Εντεταλµένη Κυρία» του Εράνου της βασίλισσας.
∆υο µήνες µετά την ίδρυση της Παιδόπολη Αγρινίου, το Μάιο του 1948, επειδή το θέµα της µετακίνησης των παιδιών είχε ενταχθεί για τα καλά στην εµφυλιοπολεµική λογική και η συγκέντρωση παιδιών από τον Κυβερνητικό Στρατό είχε πάρει µεγάλες διαστάσεις, η ΕΕ του Εράνου αποφάσισε να στεγάσει και άλλα 150 παιδιά, όχι «προσφυγόπουλα» αυτή τη φορά, αλλά «απειλούµενα» από τους κοµµουνιστές.
Πρακτικά όµως ήταν ανέφικτο να γίνει κάτι τέτοιο και τελικά αποφασίστηκε ότι το ανώτατο όριο που θα περιέθαλπε η Παιδόπολη θα ήταν 300 παιδιά.[33]
∆εν ξέρουµε εάν η απόφαση της ΕΕ τηρήθηκε. Πάντως το Φθινόπωρο του ίδιου χρόνου, από την 1η Οκτωβρίου 1948, ο Έρανος νοίκιασε και το διπλανό οικόπεδο από την καπναποθήκη (όπου στεγαζόταν η Παιδόπολη), γιατί κρίθηκε «ως ζωτικής σηµασίας χώρος»[34].
Τον Οκτώβριο επίσης η ΕΕ του Εράνου ενέκρινε τις δαπάνες επισκευής των βοηθητικών χώρων του κτιρίου καθώς και το διαχωρισµό του. Αποφάσισαν επίσης να εγκαταστήσουν ένα παράπηγµα τύπου Romney. Τις εργασίες είχε αναλάβει να εκτελέσει η Υπηρεσία Ανοικοδοµήσεως Αγρινίου[35].
 Στις αρχές του 1949, η ΕΕ του Εράνου ενέκρινε επίσης ένα χρηµατικό ποσό για να διαρρυθµιστεί το υπόγειο της Παιδόπολη καθώς και οι εσωτερικοί χώροι, ώστε να µπορέσει να στεγάσει και άλλα 100 παιδιά. Ηλεκτροφώτισαν επίσης και το παράπηγμα [36].
Είναι φανερό ότι η Παιδόπολη στέγασε πάνω από 400 ή περίπου 400 παιδιά. Στον τοπικό τύπο του Αγρινίου, ούτε πουθενά αλλού, δεν είχε γραφτεί έως τώρα κανένα κείµενο που να µνηµονεύει την Παιδόπολη των 400 παιδιών, τα περισσότερα των οποίων κατάγονταν από τα γειτονικά χωριά, ούτε των ντόπιων µελών του προσωπικού της. Και κανένα από τα έγκριτα µέλη της τοπικής κοινωνίας που συµµετείχαν στην Εφορευτική Επιτροπή της Παιδόπολη δεν έχει κάνει κάποια δηµόσια δήλωση για το «κοινωφελές» έργο στο οποίο πήρε µέρος.
Η σιωπή των ανθρώπων όπως και το κάψιµο των αρχείων δυσκόλεψαν την έρευνα.
Και τα δυο εντάσσονται στο taboo του εµφυλίου, ο οποίος άρχισε να ερευνάται µετά το τέλος του Ψυχρού Πολέµου, στα µέσα της δεκαετίας του 1990.
 Πιο συγκεκριµένα η εµφυλιοπολεµική υπόθεση «παιδοµάζωµα/ παιδοφύλαγµα» είχε, τότε, βαθειά διχάσει την κοινωνία. Και σήµερα ακόµα δεν έχει ερευνηθεί σε βάθος.
Επιπλέον η κατάργηση της βασιλείας µε δηµοψήφισµα (1974) και οι προηγούµενες επεµβάσεις της βασίλισσας σε ζητήµατα πολιτικής την είχαν καταστήσει µη δηµοφιλή, σε σηµείο που πολλοί αντί Φρειδερίκη την ονοµάζουν «Φρίκη».
Το έργο των Παιδοπόλεων είναι συνδεδεµένο µε τη δική της δράση, και παρόλο που η περίθαλψη των παιδιών ήταν ένα «θεάρεστο» έργο σε κείνες τις δύσκολες συνθήκες, κανείς δε θέλει να συνδέσει το όνοµά του µε µια βασίλισσα τόσο «µισητή».
Με τα λίγα αρχειακά δεδοµένα και µε το σκεπτικό ότι η Παιδόπολη Αγρινίου αποτελεί µέρος της ιστορίας µας, του παρελθόντος µας, που θέλαµε να το γνωρίσουµε, ξεκινήσαµε την έρευνα.
Αρχικά έπρεπε να εντοπιστεί ο χώρος. Σε αυτό σηµαντική ήταν η προσφορά της Μαρίας Αγγέλη, η οποία, µας επισήµανε ότι στη διάρκεια εκπόνησης της διδακτορικής της διατριβής και ενώ φωτογράφιζε τις αποθήκες Ηλιού, µία διερχόµενη κυρία της είπε ότι είχε ακούσει ότι οι αποθήκες είχαν στεγάσει ένα ορφανοτροφείο.[37]
 Οι αποθήκες Κατίνας Τσουλούφη που αναφέρονταν στα πρακτικά της ΕΕ του Εράνου ήταν γνωστές στο Αγρίνιο ως αποθήκες Ηλιού, από το επίθετο του πρώτου συζύγου[38] της Κατίνας Τσουλούφη, ο οποίος πεθαίνοντας της άφησε την «επικαρπία» των αποθηκών του.
Αφού εντοπίστηκε ο χώρος έµενε να εντοπιστούν οι άνθρωποι.
Σε αυτό µεγάλη ήταν η στήριξη που µας παρείχε ο Αριστείδης Μπαρχαµπάς, ο οποίος είχε κάνει µακροχρόνια έρευνα για την ιστορία του Αγρινίου. [39]
Μας πληροφόρησε τα ονόµατα δύο Οµαδαρχισσών που δούλευαν στην Παιδόπολη. Προχωρώντας η έρευνα εντόπισε και τα παιδιά.
Πολύτιµα ήταν τα µνηµονικά στοιχεία και το φωτογραφικό υλικό που µας παρείχε η ∆ήµητρα Καρτσακάλη, πρώην τρόφιµος της Παιδόπολης.
 
Από την Παιδόπολη Αγρινίου
Αρχείο Δήμητρας Καρτσακάλη

Οι συνεντεύξεις µε την πρώην Οµαδάρχισσα Λ. Α. και τη Μ. Φ.

Η τελευταία, ως Οµαδάρχισσα και «ιµατιοφύλαξ», µας παρείχαν στοιχεία για τον τρόπο στέγασης διαβίωσης, διατροφής και γενικότερα για την καθηµερινότητα στην Παιδόπολη[40].
Ελπίζουµε ότι θα µπορέσουµε να εντοπίσουµε και την Τρίτη συνιστώσα: τα µέλη της Εφορευτικής Επιτροπής.
Η έρευνα βρίσκεται στο αρχικό της στάδιο, αλλά έτσι κι αλλιώς δύο πυρκαγιές αρχειακού υλικού και η σιωπή, η αµνησία, των ανθρώπων καθιστούν την ανάπλαση της ιστορίας του εµφυλίου πολέµου δύσκολο εγχείρηµα.
Η µνήµη και η αµνησία για την Παιδόπολη «Του Σωτήρος» Αγρινίου αποτελεί ένα απτό παράδειγµα.
Οι φυλακές «Κρυονερίου». 
Μια ιστορία για µια φωτογραφία
 

Το τελευταίο από τα τρία παραδείγµατα που αφορούν τις µνήµες και τις αµνησίες στην εµφυλιοπολεµική Αιτωλοακαρνανία αναφέρεται σε µια φωτογραφία, αυτή που κοσµεί την αφίσα του Επιστηµονικού Συνεδρίου που έγινε στο Αγρίνιο το 2008 [41].

ΦΩΤΟ 2
Φυλακές Κρυονερίου

Αρχείο: Βούλας Θ. Παπαϊωάννου
 Μουσείο Μπενάκη
 «Επισκέπτες έξω από κτίριο φυλακών.
Κρυονέρι, 1945-46»

 

Η αµνησία εντοπίζεται κυρίως στη µνήµη των αρχείων. ∆ιαφέρει από την προηγούµενη περίπτωση των Παιδοπόλεων, όπου ένα µέρος των αρχείων καταστράφηκε και το υπόλοιπο βρίσκεται εγκιβωτισµένο και µη προσβάσιµο στους ερευνητές.
Στη περίπτωση των φυλακών «Κρυονερίου» είναι το ίδιο το αρχείο που µας δυσκόλεψε στην ανάγνωση και την ανάπλαση της ιστορίας. Και δεν είναι το µόνο. Τα «γνήσια» εµφυλιοπολεµικά αρχεία απαιτούν µεγαλύτερη προσοχή στην αξιολόγηση και τη διασταύρωση τους σε σχέση µε τα υπόλοιπα, γιατί είθισται να αποκρύβουν την πραγµατικότητα και να παραπλανούν τον ερευνητή.
Η συγκεκριµένη φωτογραφία απεικονίζει ανθρώπους, άντρες, γυναίκες και παιδιά που κοιτούν ένα κτίριο. Μερικοί κρατούν στα χέρια τους καλάθια, ντορβάδες ή άλλου είδους δέµατα και µερικοί τα έχουν ακουµπήσει κάτω. Κάποιες από τις γυναίκες φορούν µαντήλι και κάποιοι είναι ξυπόλητοι. Οι άνθρωποι δεν κοιτούν προς το φακό, δε βλέπουµε τα πρόσωπά τους. Όλοι είναι στραµµένοι προς το κτίριο, το οποίο κοιτούν µε µεγάλη προσήλωση, όπως δείχνει η στάση του σώµατός τους. Πάνω στο κτίριο διακρίνεται ένας άνθρωπος σε ένα πλατύσκαλο, ένα είδος βεράντας, στο τέλος µιας σκάλας.
Το φωτογραφικό υλικό, ως ιστορικό ντοκουµέντο, θεωρείται πολύτιµο, αλλά παρόλο που συνηθίζεται να λέγεται ότι «µία φωτογραφία είναι χίλιες λέξεις» αυτό δεν είναι αλήθεια. Ούτε ξέρουµε γιατί οι άνθρωποι έχουν δέµατα, ούτε γιατί κοιτάζουν µε τέτοια προσήλωση προς το κτίριο, ούτε ποιο είναι το κτίριο.
Θα πρέπει να ερευνήσουµε ποιος, πού, πότε και γιατί τράβηξε τη φωτογραφία.
Η απάντηση στο ερώτηµα «ποιος» µας είναι γνωστή. Τη φωτογραφία έχει τραβήξει η φωτογράφος Βούλα Παπαϊωάννου, η οποία, πριν πεθάνει, άφησε το φωτογραφικό της αρχείο στο Μουσείο Μπενάκη[42].
Το αρχείο της αποτελείται από τα αρνητικά των φωτογραφιών που έχει τραβήξει και από ντοσιέ που το καθένα περιέχει χαρτονένιες σελίδες, όπου επάνω σε κάθε σελίδα βρίσκονται κολληµένες 10-15 φωτογραφίες µικρού µεγέθους: κοντάκτ.

Σε αρκετές από τις σελίδες, στο πάνω µέρος είναι γραμµένες µε το χέρι – συνήθως µε µολύβι – κάποιες λέξεις, ως τίτλος, που αφορά τις φωτογραφίες της συγκεκριµένης σελίδας.

Φυλακές Κρυονερίου
Αρχείο: Βούλας Θ. Παπαϊωάννου
Μουσείο Μπενάκη.
Η φωτογραφία που µας ενδιαφέρει βρίσκεται στο Φωτογραφικό Αρχείου του Μουσείου Μπενάκη, Αρχείο Βούλας Παπαϊωάννου, Ντοσιέ 5, σ. 37. Στο πάνω µέρος της η σελίδα γράφει: Κρυονέρι. (βλ. φωτογραφία Νο 2).
Παρόλη την ύπαρξη αρχείου και πρόσβασης σε αυτό από τα τέσσερα ερωτήµατα «ποιος, πού, πότε και γιατί» είχε απαντηθεί µόνο το ένα.
 Ήταν εµφανές ότι το «Κρυονέρι» σήµαινε τον τόπο, αλλά ποιο Κρυονέρι ήταν αυτό και που βρισκόταν, δεν ήταν εµφανές. Τα κοντάκτ που βρίσκονταν στη ίδια σελίδα και έδειχναν ένα τζιπ να βγαίνει από το φέρυ µποτ, καθώς και το κοντάκτ που απεικονίζει ένα τοπίο µπέρδευαν µάλλον παρά διευκόλυναν την έρευνα. Τα υπόλοιπα κοντάκτ µε τη φωτογραφία του φρουρού και τα κάγκελα στα παράθυρα του κτιρίου µας διαβεβαίωναν ότι πρόκειται για φυλακές. Άρα οι άνθρωποι που δεν κοιτούσαν το φακό πρέπει να ήταν συγγενείς των κρατουµένων που βρίσκονταν στη φυλακή και περίµεναν να αρχίσει το επισκεπτήριο, να δώσουν τα τρόφιµα που είχαν στα δέµατα και να δουν τους δικούς τους. Τα ρούχα τους και η όλη εµφάνισή τους έδεχνε χωρικούς.
Το σκεπτικό αυτό καθόριζε εν πολλοίς, έστω και µε την «εις άτοπον απαγωγή» το χρόνο, το «πότε», τραβήχτηκε η φωτογραφία.
Αυτή η φωτογραφία της Βούλας Παπαϊωάννου δεν µπορούσε να έχει τραβηχτεί στη διάρκεια της ∆ικτατορίας του Μεταξά (1936-1940), γιατί τότε η φωτογράφος ξεκινούσε την καριέρα της φωτογραφίζοντας τις οµορφιές της Ελλάδας για το υπουργείο Τύπου και Τουρισµού.
∆εν µπορούσε να έχει τραβηχτεί ούτε στην Κατοχή (1941-1944), γιατί οι κατακτητές δεν επέτρεπαν την ελεύθερη χρήση των φωτογραφικών µηχανών.
Η φωτογραφία αυτή ήταν σχεδόν βέβαιο ότι αφορούσε τη µεταπολεµική Ελλάδα. Τότε ήταν που όλη η χώρα είχε γεµίσει φυλακές[43].
Η έρευνα προχώρησε και στις διπλανές σελίδες του Ντοσιέ 5, καθώς και στα αρνητικά που είχε παραδώσει η φωτογράφος στο Μουσείο Μπενάκη.
Ωστόσο πολλά αρνητικά έλειπαν όχι µόνο από τη σελίδα 37, η οποία µας ενδιέφερε, αλλά και από άλλες σελίδες (βλ. φωτογραφία Νο 2).
 Οι φωτογράφοι όµως δε συνηθίζουν να δίνουν τα αρνητικά τους. Τηρουµένων των αναλογιών, είναι σαν ένας ζωγράφος να κρατάει το αντίγραφο ενός πίνακα που ζωγράφισε και να δίνει το πρωτότυπο.
Τα αρνητικά των φωτογραφιών είτε είχαν καταστραφεί, είτε είχαν δοθεί κάπου αλλού.
Αρχικά εξετάστηκε το θέµα της καταστροφής τους, γιατί η ίδια η φωτογράφος είχε πει σε µια συνέντευξή της ότι κατέστρεψε πολλά αρνητικά από φωτογραφίες που είχε τραβήξει στην εµφύλια σύγκρουση του ∆εκέµβρη 1944, στη µάχη της Αθήνας.
Από προφορικές µαρτυρίες γνωρίζαµε ότι και πολλοί άλλοι κάτοικοι της Αθήνας κατέστρεψαν τότε ή αργότερα τα αρχεία τους. Επιπλέον, µία κυρία που γνώριζε τη φωτογράφο διαβεβαίωνε ότι την είδε να καταστρέφει αρνητικά, κόβοντας τα µε ένα ψαλίδι. Και – τελευταίο αλλά πολύ σηµαντικό, εάν δεν πρόκειται για απλή σύµπτωση – στη σ. 39 του Ντοσιέ 5 τα νούµερα που είχαν οι φωτογραφίες, τα οποία έπρεπε να συµπίπτουν µε αυτά των αρνητικών, δεν συνέπιπταν.
Ενώ οι φωτογραφίες στα κοντάκτ αφορούσαν την περίοδο του εµφυλίου, είχαν αντικατασταθεί µε φωτογραφίες που απεικόνιζαν την Ακρόπολη και τον Παρθενώνα.
 Ήταν βέβαιο ότι η ίδια η φωτογράφος είχε καταστρέψει ένα µέρος από το αρχείο της, όπως και πολλοί άλλοι συνοµήλικοί της, και είχε αντικαταστήσει τα αρνητικά µιας τραγικής ιστορικής περιόδου, µε την «αθάνατη» εικόνα του Παρθενώνα.
Η έρευνα για τα χαµένα αρνητικά, δεν αφορούσε τη συγκεκριµένη φωτογραφία µε τους συγγενείς των κρατουµένων έξω από τη φυλακή, γιατί είχε αρνητικό, υπήρχε όµως η πιθανότητα να µας βοηθήσει να ταυτοποιήσουµε τη φωτογραφία και να µάθουµε περισσότερα για τις φυλακές που βρίσκονταν στο Κρυονέρι.
Στην πράξη έµενε να ερευνηθεί όχι τόσο το εάν είχαν δοθεί τα αρνητικά και που, αλλά που αλλού βρίσκονταν φωτογραφίες, δηµοσιευµένες ή µη, της Βούλας Παπαϊωάννου µετά τον Β΄ Παγκόσµιο Πόλεµο.
Ήταν γνωστό ότι η φωτογράφος µεταπολεµικά είχε δουλέψει ως επαγγελµατίας φωτογράφος στην UNRRA, οργάνωση του νεοσύστατου ΟΗΕ που είχε αναλάβει την αποστολή βοήθειας για την ανοικοδόµηση της µεταπολεµικής Ελλάδας. Στη συνέχεια φωτογράφιζε τις δραστηριότητες των οργανώσεων της «αµερικάνικης βοήθειας», AMAG και ECA/G.[44] Γι αυτό έπρεπε να ερευνηθούν τα αρχεία τους.
Η φωτογραφία που µας ενδιέφερε (βλ. φωτογραφία Νο 1), δεν βρέθηκε στο αρχείο της UNRRA, το οποίο αποτελεί τµήµα του αρχείου του ΟΗΕ και βρίσκεται στη Νέα Υόρκη. Βρέθηκε όµως µια άλλη φωτογραφία της ίδιας σελίδας. Αυτή που εικονίζει τον φρουρό (βλ. κοντάκτ στη φωτογραφία Νο 2)[45] .

Το αρνητικό της δεν υπήρχε στο αρχείο που κατέθεσε η φωτογράφος στο Μουσείο Μπενάκη, προφανώς γιατί το είχε στείλει στους εργοδότες της.

Την ανακάλυψη έκανε ακόµα πιο σηµαντική το γεγονός ότι η φωτογραφία µε τον φρουρό της φυλακής είχε και λεζάντα. Από αυτήν µάθαµε µε βεβαιότητα την ηµεροµηνία που η φωτογράφος επισκέφτηκε το Κρυονέρι: Σεπτέµβριος 1945 [46]. Η λεζάντα µας παρείχε επίσης στοιχεία για τη φυλακή.
Υπήρχε «ανθρωποστοίβαγµα», αφού εκεί βρίσκονταν 700 κρατούµενοι άνδρες, που ήταν υπόδικοι έξι µήνες. Η ίδια η φωτογραφία, ο µικρός αριθµός συγγενών, σε σχέση µε τους 700 κρατούµενους, καθώς και το ντύσιµό τους µας έστελναν το µήνυµα ότι οι συλληφθέντες δεν ήταν από το Μεσολόγγι αλλά από τα γύρω χωριά [βλ. φωτογραφία Νο 1].
Η λεζάντα (οι λέξεις) σε συνδυασµό µε την εικόνα διευκόλυναν το έργο του ιστορικού.
Η περίοδος που τραβήχτηκε η φωτογραφία είναι γνωστή ως «λευκή τροµοκρατία». Χρονικά ορίζεται από τη Συµφωνία της Βάρκιζας (Φεβρουάριος 1945) µε την οποία «έκλεισαν» τα γεγονότα του ∆εκέµβρη 1944, έως την έναρξη της ένοπλης εµφύλιας σύγκρουσης.
Μετά τα ∆εκεµβριανά, το 1945, είχαν εκδοθεί 80.000 εντάλµατα, είχαν συλληφθεί 50.000, αλλά σύµφωνα µε Έκθεση της Βρετανικής Νοµικής Αποστολής τον Οκτώβριο κρατούνταν στις φυλακές 16.700 άτοµα, πράγµα που σηµαίνει ότι πάνω από τους µισούς είχαν απελευθερωθεί.
Οι κρατούµενοι ήταν δωσίλογοι, κοινοί εγκληµατίες και – κυρίως – άτοµα που κρατούνταν για αδικήµατα σχετιζόµενα µε τα ∆εκεµβριανά. [47]
 
Οι λέξεις που συνόδευαν τη φωτογραφία µας µάθανε το «πώς» και το «γιατί» τραβήχτηκε.
Η Βούλα Παπαϊωάννου κάλυπτε φωτογραφικά την περιοδεία µιας Επιτροπής η οποία επισκέφτηκε τις ελληνικές φυλακές. Στη λεζάντα γράφονται και τα ονόµατά τους. Ήταν ο Cecil King µέλος του Κογκρέσου, o Buell F. Maben, αρχηγός της Ελληνικής Αποστολής της UNRRA, o N. Dipson παρατηρητής της UNRRA και µέλος του ∆ιοικητικού Συµβουλίου της Greek War Relief ή της Αµερικάνικης Περίθαλψης επί το ελληνικότερο. [48]
Μια επιπλέον έρευνα έδειξε ότι και τα τρία µέλη της Επιτροπής κατάγονταν από τις ΗΠΑ.
Ο Cecil King εκλεγόταν στην Καλιφόρνια µε τους ∆ηµοκρατικούς από το 1942 έως το 1968.[49]
Ο Buell F. Maben διηύθυνε την Αποστολή της UNRRA στην Ελλάδα από το Μάιο του 1945 έως το Σεπτέµβριο του 1947, σε όλη δηλαδή τη διάρκεια της δράσης της. Ο N. Dipson ίσως ήταν ελληνοαµερικανός, γιατί η Greek War Relief, ήταν η οργάνωση των οµογενών της Αµερικής. ∆ηµιουργήθηκε µόλις δύο εβδοµάδες µετά τις 28 Οκτωβρίου 1940, όταν η Ελλάδα δέχτηκε την επίθεση των Ιταλών και βοήθησε αποτελεσµατικά τους Έλληνες σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής, αλλά και τα πρώτα µετεµφυλιακά χρόνια.
∆εν ξέρουµε πιο ήταν ακριβώς το έργο της Επιτροπής, γιατί η περίοδος δεν έχει ακόµα ερευνηθεί επαρκώς, αλλά η παρουσία της ίσως έχει σχέση µε τη µαζική αποφυλάκιση των κρατουµένων που σηµειώσαµε παραπάνω, γιατί η ανάµιξη των Άγγλων στα ∆εκεµβριανά είχε ξεσηκώσει θύελλα διαµαρτυριών σε όλο τον κόσµο.
Σε αντίθεση µε την Αγγλία, οι Ηνωµένες Πολιτείες, µετά το τέλος του Β΄ Παγκοσµίου Πολέµου, είχαν αναδειχθεί σε υπερδύναµη και είχαν αναλάβει την ηγεµονία του «Ελεύθερου Κόσµο». Εξάλλου η Ελλάδα που ανήκε στη σφαίρα επιρροής της Αγγλίας, δυο χρόνια αργότερα, το 1947, «δόθηκε» στους αµερικάνους.
Από λεζάντες άλλων φωτογραφιών που βρίσκονταν στο αρχείο της UNRRA έγινε γνωστό και το δροµολόγιο που ακολούθησε η Επιτροπή.
Ξεκίνησε από την Αθήνα και επισκέφτηκε τις φυλακές στην Πάτρα, τα Γιάννινα, τη Λάρισα και τη Θήβα [50].
Στο δρόµο από την Πάτρα προς τα Γιάννινα πέρασαν και από το Κρυονέρι.
Πριν χρησιµοποιηθεί το Ρίο – Αντίρριο, η σύνδεση της Πελοποννήσου µε τη Στερεά Ελλάδα γινόταν στο Κρυονέρι. Έτσι εξηγείται και το φέρυ – µποτ που απεικονίζεται στα κοντάκτ της σελίδας 37, έτσι εξηγείται και ο τίτλος που είχε θέσει η φωτογράφος στη σελίδα: «Κρυονέρι» [βλ. φωτογραφία Νο 2].
Το συµπέρασµα έβγαινε αβίαστα: οι φυλακές βρίσκονταν στο Κρυονέρι.
Και έτσι η φωτογραφία απέκτησε λεζάντα: «Επισκέπτες έξω από κτίριο φυλακών. Κρυονέρι, 1945-46»[51]
Η χαρά της ταυτοποίησης της φωτογραφίας δε σκιάστηκε από το γεγονός ότι οι «Φυλακές Κρυονερίου» δεν ήταν γνωστές από άλλη πηγή, γιατί κάτι τέτοιο δεν αποτελούσε παράδοξο, ούτε αντιµετωπίστηκε ως πρόβληµα.
Εκείνη την εποχή στην Ελλάδα δεν υπήρχαν αρκετές φυλακές για να στεγάσουν το πλήθος των συλληφθέντων και χρησιµοποιούσαν κτίρια διαφόρων ειδών.
Στην Κοζάνη, για παράδειγµα, εκτός από τις «Ποινικές Φυλακές» που προϋπήρχαν, δηµιουργήθηκε και Παράρτηµα σε ένα παλιό βυρσοδεψείο και επιτάχθηκε και ένα σχολείο.[52]
Φαίνεται όµως ότι αυτό δε συνέβαινε στη συγκεκριµένη περίπτωση. Στη διάρκεια του Συνεδρίου ειπώθηκε ότι δεν υπήρξε κτίριο που να µπορεί να στεγάσει φυλακές στο Κρυονέρι.
Οι φωτογραφίες στάλθηκαν σε ντόπιους ερευνητές, τη Μαρία Μπακαδήµα (ΓΑΚ Μεσολογγίου) και το Γιάννη Χαλάτση (Παπαχαραλάµπειος ∆ηµόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπάκτου), οι οποίοι αναγνώρισαν ότι το κτίριο βρισκόταν στο Μεσολόγγι.
Ο Γ. Χαλάτσης επισήµανε επίσης ότι προπολεµικά το κτίριο λειτουργούσε ως στρατώνας, µεταπολεµικά χρησιµοποιήθηκε ως φυλακές πολιτικών κρατούµενων και ότι γκρεµίστηκε στα χρόνια της Επταετίας.

Οι «Φυλακές Κρυονερίου» λοιπόν ήταν οι «Φυλακές Μεσολογγίου»
που έχουν γκρεµιστεί.
Μια πολύχρονη έρευνα για ένα «δύσκολο» θέµα όπως ο ελληνικός εµφύλιος και µε ένα «δύσκολο» αρχείο έδειξε τα όρια ακόµα και των πιο επίµονων ερευνητικών προσπαθειών.

Πέρα όµως από το «λάθος» του τόπου αξίζει να σηµειώσουµε ότι από τη συγκεκριµένη περίοδο τέτοιου είδους φωτογραφίες σπανίζουν και γι αυτό το υλικό που µας άφησε η Βούλα Παπαϊωάννου είναι ιστορικά πολύτιµο και πολύ βοηθητικό για την έρευνα που ελπίζουµε ότι θα γίνει για τις «Φυλακές Μεσολογγίου» και κατά λάθος Κρυονερίου.

Συµπέρασµα

Και τα τρία παραδείγµατα επισηµαίνουν ότι τόσο οι µεµονωµένοι άνθρωποι, ατοµικά, όσο και οι διάφορες κοινωνικές οµάδες, συλλογικά, συνήθως θέλουν να ξεχνούν αυτά που θεωρούν είτε δυσάρεστα είτε ότι δε συνάδουν µε τη «νέα» τους ταυτότητα.

 Η δηµιουργία ζωτικών µύθων αποτελεί µια στρατηγική επιβίωσης, όχι πάντα κοινωνικά χρήσιµη.
Πιο συγκεκριµένα, για την κρίσιµη δεκαετία του 1940, µετά τη µεταπολίτευση (1974), η επ’ αριστερά κλίνουσα ελληνική κοινωνία κατασκεύασε µια µνήµη µε ηρωολατρική προοπτική που υποστήριζε ότι η αντίσταση ήταν «παλλαϊκή», «εθνική», γι αυτό το βάρος του ενδιαφέροντος και κατ’ επέκταση της ιστοριογραφίας έπεσε στους ήρωες – µάρτυρες.
Το τµήµα της ελληνικής κοινωνίας που συνεργάστηκε µε τους κατακτητές, θεωρείτο µικρό, ασήµαντο, περιθωριακό. Ανάµεσα στους γενναίους Έλληνες δεν µπορεί να υπήρξαν δοσίλογοι, ταγµατασφαλίτες, οπλισµένοι συνεργάτες των δυνάµεων κατοχής. ∆εν µπορεί να συµµετείχαν σε µια σφαγή συµπατριωτών τους, όπως αυτή της Μεγάλης Παρασκευής του 1944 στο Αγρίνιο. Το αποτέλεσµα είναι να αγνοούµε το µέγεθος του αριθµού των δοσίλογων και να µην έχουν ερευνηθεί οι «γκρίζες ζώνες», τα οικονοµικά και κοινωνικά δίκτυα της συνεργασίας.
Ένα µέρος της ιστορίας είχε παραδοθεί στη λήθη, τη σιωπή, την αµνησία.
Και εάν για την Κατοχή είχε αποσιωπηθεί ένας µέρος των γεγονότων, η εµφύλια σύγκρουση παρέµεινε στη σιωπή για πολλές δεκαετίες.
Στην αναζήτηση των αιτίων του εµφυλίου επικράτησε το σκεπτικό ότι οι Έλληνες δεν µπορεί να δηµιούργησαν έναν αδελφοκτόνο πόλεµο. Κάποιοι άλλοι τους υποκίνησαν, «οι ξένοι µας έβαλαν να σφαχτούµε» ήταν µια από τις συνήθεις εκφράσεις.
Μετά το 1989, µε το τέλος του Ψυχρού Πολέµου και της ελληνικής εκδοχής του, τη συγκυβέρνηση αριστεράς και δεξιάς, οι διαχωριστικές γραµµές του εµφυλίου άρχισαν να διασπώνται. Η αφοµοίωση της νέας πραγµατικότητας από το κοινωνικό σώµα ήταν πιο εύκολη στην πολυάνθρωπη πρωτεύουσα. Τα βήµατα της περιφέρειας προς αυτήν την κατεύθυνση ήταν πιο διστακτικά και εξαρτώντο από τον αριθµό των δοσίλογων και το µέγεθος της «γκρίζας ζώνης» της τοπικής κοινωνίας.
Στο Αγρίνιο φαίνεται ότι ήταν µεγάλη, γι’ αυτό οι µαρτυρίες καθώς και η κατάσταση µε τα ονόµατα των 120 εκτελεσµένων της Μεγάλης Παρασκευής του 1944, δεν δηµοσιοποιήθηκαν στο Αγρίνιο, αλλά στην Αθήνα.
Επιπλέον το πλαίσιο της µνήµης που είχε επικρατήσει ήταν ηρωικό, αντιστασιακό, αριστερό.
Οι ευυπόληπτοι πολίτες µιας επαρχιακής πόλης δεν ήθελαν να «θυµούνται» δηµόσια ότι στήριξαν το έργο µιας βασίλισσας, αφού το παλάτι εκπροσωπούσε συµφέροντα διαµετρικά αντίθετα από αυτά του «λαού». Οι εργαζόµενοι στην Παιδόπολη και τα 400 παιδιά που έζησαν εκεί, είτε µετακινήθηκαν από τον τόπο καταγωγής τους, είτε όχι, δεν είχαν λόγο να ανασύρουν µνήµες µιας εποχής καθ’ όλα δύσκολης. Όλοι σιωπούσαν, ακόµα και αυτοί που πίστευαν ότι το έργο του Εράνου και των Παιδοπόλεων κάλυψε πραγµατικές κοινωνικές ανάγκες, σε µια εποχή που η κοινωνική πρόνοια από τη µεριά του κράτους ήταν από µικρή έως ανύπαρκτη.
Μέσα σε αυτή τη σιωπή, την αµνησία, πρέπει να εντάξουµε τα αρχεία του εµφυλίου που καίγονται ή καταστρέφονται µε διάφορους τρόπους, τα αρχεία που δεν ταξινοµούνται και εγκιβωτίζονται.
Το γεγονός ότι ελάχιστα γνωρίζουµε για τον αριθµό των φυλακών του εµφυλίου ή τον ακριβή αριθµό των κρατουµένων.
Το γεγονός ότι οι ιστορικοί αναγκάζονται να πηγαίνουν στη Νέα Υόρκη, το Λονδίνο ή τη Γενεύη για να «ανακαλύψουν» την ελληνική ιστορία.
Ωστόσο οι αντιστασιακοί όπως και οι ταγµατασφαλίτες, τα παιδιά των Παιδοπόλεων, το προσωπικό και η ∆ιοίκησή τους, καθώς και οι φυλακισµένοι µε τους συγγενείς τους αποτελούν µέρος της ιστορίας αυτού του τόπου.
 Όλοι µας, ως άτοµα, ως κοινωνικές οµάδες και ως έθνος κουβαλάµε στην πλάτη µας το φορτίο της οικογενειακής, της τοπικής και της εθνική µας ιστορίας. Αυτό το βάρος καθορίζει τα βιώµατά µας και κατά συνέπεια τον τρόπο που πορευόµαστε.
Εάν αγνοήσουµε ή θέλουµε να αγνοούµε ένα µέρος αυτού του βάρους η περπατησιά µας στο µέλλον δεν θα είναι σωστή.
Της Τασούλας Βερβενιώτη και της Χρυσούλας Σπυρέλη

Παραπομπές:


[1] Στην εισαγωγή της έκδοσης Ρ. Βαν Μπούσχοτεν, Τ. Βερβενιώτη, Ε. Βουτυρά, Β. Δαλκαβούκη, Κ. Μπάδα (επιμ.), Μνήμες και Λήθη του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου, Θεσσαλονίκη, Επίκεντρο 2008, σελ. 9-41, καταγράφονται και οι μέχρι τώρα δουλειές πάνω στο θέμα της μνήμης.

[2] Φ. Ηλιού, «Η μνήμη της ιστορίας και η αμνησία των εθνών», Μακρόνησος, Ιστορικός πολιτιστικός τόπος, ΥΠΠΟ κ.ά., Αθήνα 1994, σελ. 72-82.

[3]Θόδωρος Καλλίνος- Αμάρμπεης, Η Απελευθέρωση του Αγρινίου- Σεπτέμβρης 1944, έκδοση Δήμου Αγρινίου, Σεπτέμβρης 1985, σελ 14-15.

[4] Βλ. αναλυτικότερα: Σπύρος Γερολυμάτος και Θανάσης Κακογιάννης, «Η αιματοβαμμένη Μ. Παρασκευή 1944 του Αγρινίου», εφ. Αυγή, 18 Απριλίου 1964

[5] Βλ. τη μαρτυρία του Νίκου Κανή στο Χρυσούλα Σπυρέλη (επιμ.),Το Χρονικό μιας συνάντησης. Αφιέρωμα στη Μεγάλη Παρασκευή του 1944, Εκδόσεις Ίβυκος, Αγρίνιο 1998, σελ. 24-27.

[6] Βλ. φωτογραφία στο λεύκωμα του Αριστείδη Μπαρχαμπά, Το Αγρίνιο κάποτε, Εκδόσεις ergo, Αθήνα 2003, σ. 356

[7] Ο Θ. Κακογιάννης ανέπτυξε πολύπλευρη αντιστασιακή δραστηριότητα στην ΕΠΟΝ, στο ΕΑΜ και στη Λαική αυτοδιοίκηση .Ήταν ο πρώτος δήμαρχος Αγρινίου μετά την απελευθέρωση: Σεπτ. 1944 – Μάρτ.1945.

[8] Ο Σπύρος Γερολυμάτος ήταν μέλος του Νομαρχιακού Συμβουλίου της ΕΠON Αιτωλοακαρνανίας με το αγωνιστικό ψευδώνυμο «Λέανδρος».

[9] Πάνος Χατζόπουλος, στέλεχος Αντιστασιακής οργάνωσης με έντονη δραστηριότητα, κατατρεγμένος στη μεταεμφυλιακή περίοδο (πενταετής εξορία 1941-1951), στη μοναδική ποιητική συλλογή του Αιτωλικά εκδόσεις Ελληνικό Βιβλίο, 1967, ανάμεσα στα ποιήματα αντιστασιακού περιεχομένου περιλαμβάνει το μεγαλύτερο σε έκταση (176 στίχοι) με τίτλο «Στου Κρανίου τον τόπον», σελ. 29-34 εμπνευσμένο από την εκτέλεση των 120 τη Μεγάλη Παρασκευή του 1944.

[10] Μιχάλης Σταφυλάς, Πάνος Χατζόπουλος. Ο βασανισμένος ποιητής του λαού του, εκδόσεις Πνευματική Ζωή, 1998, σελ. 14.

[11]. Βλ. Θ. Μ. Πολίτης « Πότε και πώς γράφτηκε και πού στηρίχθηκε η σύνθεση του ποιήματος, Αναστάσιμο μνημόσυνο, του κορυφαίου ποιητή Γιάννη Ρίτσου», Ρίζα Αγρινιωτών, Ιούνιος 1997, τχ. 24-25, σελ. 42-43.

[12] Θόδωρος Πολιτόπουλος (έτος γένν. 1924), Τραγούδια να τους κρατήσω στη ζωή, Αθήνα 1986. Τάκης Αντωνίου (έτος γένν. 1932), Δόκτωρ Βλαχούστους, Αθήνα 1986. Σωκράτης Κυλάφης (έτος γένν. 1932), Διαστάσεις, Αγρίνιο 1988, 1990.

[13] Για τα ποιήματα που δημοσιεύτηκαν στη δεκαετία του 1990 βλ. Χρυσούλα Σπυρέλη (επιμ.) ό.π., σελ. 24-35.

[14] Γερ. Παπατρέχας Ιστορία του Αγρινίου, Αγρίνιο 1991, σελ. 418 – 421.

[15] Θανάσης Κακογιάννης, Μνήμες και σελίδες της Εθνικής Αντίστασης. Αγρίνιο-Δυτική Στερεά Ελλάδα, εκδόσεις Π. Τραυλός – Ε. Κωσταράκη, Αθήνα, 1997, σελ. 119-120, 130-132 και Θόδωρος Καλλίνος- Αμάρμπεης, ό. π., σελ.14.

[16] Βλ. Φίλιππας Γελαδόπουλος, Μαρία Δημάδη. Ηρωίδα της Εθνικής Αντίστασης, εκδόσεις Νέστορας, Αθήνα 1987 (β΄ έκδοση), σελ. 36-37, 81-82, κ.α., Φίλιππας Γελαδόπουλος, Μαρία Δημάδη Μνήμες και Ελεγεία, Νέοι Καιροί Αθηναϊκές εκδόσεις, 1989, σελ. 31, 35, 50 κ.ά. και Γεράσιμος Γερολυμάτος, Αγρίνιο, Δρόμοι που γράφουν ιστορία, Αθήνα 1994, σελ. 135-139.

[17] Βλ. επιστολή του με τίτλο «Να τιμηθούν οι εκτελεσθέντες από τους Γερμανούς όμηροι στο Αγρίνιο και στα Καλύβια», Αυγή, 15.1.1975.

[18]. Χρυσούλα Σπυρέλη (επιμ.), ό.π .

[19] Κωνσταντίνα Μπάδα (επιμ.) Η μνήμη του επαρχιακού αστικού τόπου και τοπίου: το Αγρίνιο μέχρι τη δεκαετία του ’60, Αθήνα, Μεταίχμιο / Δήμος Αγρινίου 2003.

[20] Κων/νος Ι. Νικολακόπουλος, Αντιστασιακά και άλλα θέματα, εκδόσεις Πασχέντη, Αγρίνιο 2008, σελ. 139-254.

[21] Βλ. στο ίδιο ,σελ. 139-254.

[22]Γεράσιμος Γερολυμάτος, Αγρίνιο, Δρόμοι που γράφουν ιστορία, Αθήνα 1994, σελ. 35. Για το ρόλο που διαδραμάτισαν οι «τσολιάδες» βλ. Θόδωρος Καλλίνος -Αμπάρμπεης, ό.π., σελ. 18-19. Βλέπε επίσης και μαρτυρίες Ν. Κανή, Κ. Τσέλιου, και άλλων, στο Κων/νος Ι. Νικολακόπουλος, ό.π., σελ. 175-208.

[23] Βασίλης Σαλάκος, Ενθυμήματα μιας Ζωής, Αγρίνιο 2004, σ. 131-134.

[24]Ονόματα τσολιάδων κατά τον απαγχονισμό των τριών βλ. Θ. Μ. Πολίτη (επιμ.) «Αφιέρωμα. Αγρίνιο: 14 Απριλίου Μεγάλη Παρασκευή τους έτους 1944», εφ. Ελεύθερος, 12.4.1994. Για τη δολοφονία της Μαρίας Δημάδη επίσης βλ. Μαίρη Πάνου «Ψάχνοντας για την ιστορική αλήθεια γεγονότων της Κατοχής στην Αιτωλοακαρνανία», εφ. Ελεύθερος Αγρινίου 13.11.1987.

[25] Ενδεικτικά αναφέρουμε τρεις μαρτυρίες κρατουμένων στις φυλακές της Αγίας Τριάδας, του Νίκου Κανή, ο οποίος καταθέτει προφορικά το ονοματεπώνυμο του ταγματασφαλίτη που του έσωσε τη ζωή, στο Χρυσούλα Σπυρέλη (επιμ.), ό.π., σελ. 25-26, του γιατρού Γιάννη Σκιαδά ο οποίος αναφέρει «τον Θανάση»,στην εφ. Αχελώος, έκδοση των Αγιοβλασιτών Αθήνας, φ. 40 (311) Ιούνιος 1989 και του Κώστα Ξυγκά για τον πατέρα του, στο Κώστας Ξυγκάς -Νερομανιώτης, «Πως γλίτωσε την εκτέλεση ο πατέρας μου τη Μ. Παρασκευή του 1944 στο Αγρίνιο», περ. Παρουσία, τχ. 27 (2004). Αξίζει να αναφερθεί η «αμνηστευτική» αναφορά ευχαριστίας του Βασίλη Σαλάκου, ο αδελφός του οποίου ήταν ένας από τους τρεις απαγχονισμένους και ο ίδιος Γενικός Γραμματέας της ΕΠΟΝ Δυτικής Στερεάς. Αναφέρει λοιπόν ότι ένας από τους «τσολιάδες», όταν είδε τη μάνα του να πηγαίνει στις φυλακές και ήξερε ότι θα περνούσε από την πλατεία και θα έβλεπε το μικρό της γιο κρεμασμένο, της είπε να γυρίσει σπίτι, γιατί εκείνη την ημέρα η φυλακή δεν είχε επισκεπτήριο. Και καταλήγει «Όποιος και να ήταν αυτός, εκείνη τη στιγμή πρέπει να θυμήθηκε ότι είχε γεννηθεί άνθρωπός και τον ευχαριστώ για την πράξη του», βλ. στο Βασίλης Σαλάκος,, ό.π.

[26] Στίχοι του Οδυσσέα Ελύτη. Βλ. περισσότερα στο Χρ. Σπυρέλη «Η μετάπλαση του ιστορικού γεγονότος σε ποίημα: Η ποίηση και η Μ. Παρασκευή στο Αγρίνιο, Παρουσία, τχ. 11 (Ιαν.-Μάρτ. 2000) σελ. 31-42

27 Βερβενιώτη, «Τα παιδιά του εµφυλίου: παιδοµάζωµα ή/και παιδοφύλαγµα» στο Ιστορία του Νέου Ελληνισµού 1770-2000. Η εµπόλεµη Ελλάδα, Αθήνα: Ελληνικά Γράµµατα, 2003, τόµ. 8, σ. 271-280.
28. Ως «προσφυγόπουλα» θεωρούσαν τα παιδιά που ο στρατός είχε εκκενώσει τα χωριά τους και είχε κατεβάσει τους κατοίκους τους στις γειτονικές πόλεις, σε Κέντρα Ασφαλείας. Ο αριθµός τους υπολογίζεται σε 700-750.000, δηλαδή το 10% του συνολικού πληθυσµού της Ελλάδας.
29. Στην περιοχή της Αθήνας λειτούργησαν 23, 12 στη Θεσσαλονίκη, τρεις στα Γιάννενα, δύο στη Λαµία και από µία στην Καβάλα, το Αγρίνιο, το Βόλο, τη Λάρισα και την Πάτρα. Παιδοπόλεις ιδρύθηκαν επίσης και στα νησιά: τρεις στη Ρόδο, δύο στη Σύρο και από µία στη Τήνο, τη Μυτιλήνη και την Κέρκυρα.
30. Η έρευνα ξεκίνησε το 1997-1998, µε το ερευνητικό πρόγραµµα της Τ. Βερβενιώτη στο Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας, φιλοξενούµενο πρόγραµµα στο Εθνικό Ίδρυµα Ερευνών/ Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών
31. Αδηµοσίευτη έρευνα της Μαρίας Αγγέλη µε προφορικές µαρτυρίες.
32. Αρχείο ΕΟΠ, Πρακτικά της ΕΕ του Εράνου: Συνεδρίαση 28η, 19 Μαρτίου 1948, 33η 7 Μαΐου 1948 και 35η 25 Ιουνίου 1948. Τις διαπραγµατεύσεις για το ενοίκιο ήταν εξουσιοδοτηµένος να κάνει και έκανε ο Αντιπρόεδρος της Εφορευτικής Επιτροπής Ανδρέας Λάσκαρης.
33. Αρχείο ΕΟΠ, ό.π.: Συνεδρίαση 40η 10 Σεπτεµβρίου 1948. 34. Αρχείο ΕΟΠ, ό.π.: Συνεδρίαση 43η 1 Οκτωβρίου 1948.
35. Αρχείο ΕΟΠ, ό.π.: Συνεδρίαση 45η 29 Οκτωβρίου 1948.
37. Μαρία Αγγέλη, «Ο κόσµος της εργασίας. Γυναίκες και άνδρες στην παραγωγή και επεξεργασία του καπνού (Αγρίνιο 19ος-20ος αι.)», ∆ιδ. ∆ιατριβή, Πανεπιστήµιο Ιωαννίνων, 2007
38. Σύµφωνα µε το ∆ηµοτολόγιο Αγρινίου η Κατίνα Τσουλούφη (1903-1988), το γένος Ιωάννη Πόθα, τόπος γέννησης Μικρά Ασία, µετά το θάνατο του Ηλιού παντρεύτηκε τον Γεώργιο Τσουλούφη, βλ. Αγγέλη, ό. π., σηµ. 31.
39. Αριστείδης Μπαρχαµπάς, Το Αγρίνιο κάποτε…, Αθήνα: Ergo, 2003.
40. Τις συνεντεύξεις έκαναν οι Μαρία Αγγέλη και Χρυσούλα Σπυρέλη.
41. Το Συνέδριο µε τίτλο Κατοχή, Αντίσταση, Εµφύλιος. Η Αιτωλοακαρνανία στη δεκαετία 1940-1950, οργανώθηκε από το Πανεπιστήµιο Ιωαννίων, Τµήµα Ιστορίας – Αρχαιολογίας, τα ΓΑΚ Νοµού Αιτωλοακαρνανίας και Ευρυτανίας, καθώς και το Κέντρο Έρευνας Τοπικής Ιστορίας και Πολιτισµού Αιτωλοακαρνανίας.
42. Για το αρχείο, τη ζωή και το έργο της βλ. τη µνηµειώδη έκδοση Η φωτογράφος Βούλα Παπαϊωάννου. Από το φωτογραφικό αρχείο του Μουσείου Μπενάκη, Εκδόσεις Άγρα / Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα 2006 και πιο συγκεκριµένα Φανή Κωνσταντίνου, «Γύρω από τη ζωή και το έργο της Βούλας Παπαϊωάννου», σ. 13-38 και Johanna Weber, «Στα χνάρια της Βούλας Παπαϊωάννου», σ. 51-63.
43. Το Αρχείο ∆ιεθνούς Ερυθού Σταυρού, Γενεύη: ACICR, C Sc, Grece, Quere Civile, µας προσφέρει πολύτιµο υλικό για τις φυλακές, τις εξορίες και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης του ελληνικού εµφυλίου.
44. Η AMAG (American Mission for Aid to Greece) συνδέεται µε το ∆όγµα Τρούµαν και η ECA/G (European Cooperation Administration/Greece) µε το Σχέδιο Μάρσαλ.
45. Η φωτογραφία δηµοσιεύεται στο Η φωτογράφος Βούλα Παπαϊωάννου, ό.π., σ. 408-9.
46. Η πλήρης λεζάντα βρίσκεται στο Η φωτογράφος Βούλα Παπαϊωάννου, ό.π., σ. 640 (φωτ. αρ. 326).
47. Βόγλης Πολυµέρης, Η εµπειρία της φυλακής και της εξορίας. Οι πολιτικοί κρατούµενοι στον εµφύλιο πόλεµο, Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 2004, σ. 87.
48. Επικεφαλής της Αµερικάνικης Περίθαλψης ήταν ο Σπύρος Σκούρας µε studio στο Χόλιγουντ. Βλ. Τ. Βερβενιώτη, «Το ξυπόλητο τάγµα. Από τη «θερµή» δεκαετία του 40 στην ψυχροπολεµική µεταπολεµική κοινωνία» στο Βάσω Θεωδώρου κ.ά. (επιµ.) «Πιάσε µε, αν µπορείς…». Η Παιδική ηλικία και οι αναπαραστάσεις της στον σύγχρονο ελληνικό κινηµατογράφο, Αθήνα: Εκδόσεις Αιγόκερως 2006, σ. 56 – 79.
49. Cecil R. King (1898–1974). Ήταν επιχειρηµατίας, είχε πολεµήσει στον Α΄ Παγκόσµιο Πόλεµο και πολιτευόταν στην Καλιφόρνια από το 1932.
50. Βλ. λεζάντα φωτογραφίας 330 στο Η φωτογράφος Βούλα Παπαϊωάννου, ό.π., σ. 640
51. Βλ. φωτογραφία 328 στο Η φωτογράφος Βούλα Παπαϊωάννου, ό.π., σ. 411 και 640. 52. Ιστορικό Αρχείο Κοζάνης, ∆ηµοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης, κουτί ∆ήµος Κοζάνης 1947-1949 και 1945, φακ. Ποιναί – Φυλακαί. 

 

 

από το http://www.epoxi.gr/
 
 

Share


~Αγρίνιο…Γλυκές Μνήμες~
Visited 7 times, 1 visit(s) today